short stories about zero and infinity

Posts tagged “εκδόσεις των ξένων

Ο Ι.Χ. άνθρωπος και οι υποθαλάσσιες αρτηρίες του – Η Ταχύτητα

Ο Ι.Χ. άνθρωπος και οι υποθαλάσσιες αρτηρίες του

Σημειώσεις για την αυτοκίνηση

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΩΣΤΑΣ

Εκδόσεις των Ξένων

Αδιάφορος για τους αποκλεισμούς που επιβάλλει η ταχύτητα που χειρίζεται, ανυποψίαστος για τον χαρακτήρα της πανηγυρικής συμμετοχής του στην παρέλαση των αυτοκινήτων, ο οδηγός αδυνατεί να αποστασιοποιηθεί από τη μέθη της διαρκούς κίνησης και να αντικρίσει τα αποτελέσματα της κυριαρχίας του. Το ιδιωτικό αυτοκίνητο αισθητικοποιεί τη βία, την υπεροχή, την αρρενωπότητα, την απαξία στο πεδίο της καθημερινότητας.
Ο Ι.Χ. άνθρωπος και οι υποθαλάσσιες αρτηρίες του εξετάζει την αδηφάγο φαντασμαγορία της αυτοκίνησης, τον πανικό της ταχύτητας, τα συσσωρευμένα φετίχ της κυκλοφορίας. Το αυτοκίνητο, εμπόρευμα-πρότυπο του εικοστού αιώνα και αντικείμενο ποικίλων επενδύσεων της ψυχικής οικονομίας, εξακολουθεί να δομεί την καπιταλιστική καθημερινότητα και να εκπαιδεύει σε μια πολεμική -και χαρακτηριστικά αρρενωπή- σχέση με τον χώρο και τον χρόνο.
Αυτές οι πυκνές, βιωματικές σημειώσεις υιοθετούν το βηματισμό της περιπλάνησης. Επανέρχονται από διαφορετικές οδούς σε ορισμένους κόμβους, και συχνά ανακαλούν άλλους πλανήτες που πέρασαν από εκεί. Έχουν στη γλώσσα τους τη μεταλλική γεύση άσκοπων καταστροφών.

 

 

ix_cover_front

 

Η Ταχύτητα

Από τις καθολικές καλόγριες που συνελήφθησαν να τρέχουν με 180 χλμ/ώ επειδή είχαν ανησυχήσει για το κάταγμα που υπέστη στον καρπό του δεξιού του χεριού ο πάπας, μέχρι τον υπουργό δημόσιας τάξης που διέσχισε με το ιδιωτικό του αυτοκίνητο τη μισή Ελλάδα τρέχοντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα, όταν ενημερώθηκε για την ταυτοποίηση στοιχείων που αφορούσαν μέλος “τρομοκρατικής” οργάνωσης, κανείς δεν φαίνεται να έχει πειστεί για την επικινδυνότητα της υπέρβασης των ορίων ταχύτητας.

Ο καθένας θεωρεί δικαίωμά του να εξαιρεθεί από την τήρηση των συγκεκριμένων ορίων προβάλλοντας τον δικό του ιερό σκοπό.Τα μηνύματα που απευθύνονται στον οδηγό δεν φαίνονται ιδιαίτερα πειστικά. Διαμορφώσεις του οδοστρώματος και ρυθμίσεις που περιορίζουν το ίδιο το όχημα αποδεικνύονται περισσότερο αποτελεσματικές.

Στο περιβάλλον των πόλεων, όταν η ταχύτητα των οχημάτων ξεπερνά τα 30 χλμ/ώ, δημιουργούνται αξεπέραστα προβλήματα. Η αίσθηση αλληλεπίδρασης του οδηγού με το περιβάλλον χάνεται, οι συγκρούσεις οχημάτων που κινούνται μ’ αυτή την ταχύτητα αγγίζουν τα όρια της παθητικής τους ασφάλειας.

Η κριτική που ασκήθηκε τη δεκαετία του 1960 στην προβληματική ασφάλεια των αυτοκινήτων δημιούργησε μια παράδοξη κατάσταση. Η αύξηση των μηχανισμών ασφαλείας μεταφράστηκε σε πιο ριψοκίνδυνες συμπεριφορές, με αποτέλεσμα μεγαλύτερη επικινδυνότητα για τους «εξωτερικούς χρήστες» του αυτοκινήτου. Τα ασφαλή αυτοκίνητα κυριάρχησαν στο δρόμο έναντι των πεζών, απολαμβάνοντας μεγαλύτερη ταχύτητα και ελευθερία κίνησης. Η κουλτούρα της ασφάλειας οδήγησε στην κυριαρχία του ΙΧ.

«Ό,τι υποτίθεται ότι γεννά περισσότερο κίνδυνο, γεννά περισσότερη ασφάλεια και ό,τι γεννά περισσότερη ασφάλεια, γεννά στην πραγματικότητα περισσότερο κίνδυνο… Κάθε μέτρο ασφαλείας που δεν είναι “περιοριστικό” αφ’ εαυτού γίνεται αντιληπτό από τους οδηγούς σαν μια ευκαιρία για να αυξήσουν την ταχύτητα, οπότε η πιθανότητα καθαρού κινδύνου αυξάνεται».

«Όταν με κάποιο μέτρο οδικής ασφάλειας ο χρήστης αντιλαμβάνεται μια μείωση του κινδύνου, τείνει ν’ αλλάξει τη συμπεριφορά του, αυξάνοντας τις ριψοκίνδυνες αποφάσεις και τις πιθανότητες να προκληθούν περισσότερα ατυχήματα».

Η ελευθερία του αυτοκινήτου επιτυγχάνεται εις βάρος της ελευθερίας των άλλων· αποφεύγονται κάποια ατυχήματα αποκλείοντας άλλους χρήστες της οδού να εισέλθουν στους δρόμους. Κάθε μέτρο που αυξάνει την ασφάλεια των οδηγών αυξάνει και την επιθυμία τους για ταχύτητα· μειώνεται η αίσθηση του κινδύνου για τους οδηγούς αλλά αυξάνεται ο πραγματικός κίνδυνος για πεζούς και ποδηλάτες οι οποίοι μετατρέπονται σε παθητικούς χρήστες της κίνησης του αυτοκινήτου.

Αποτύπωμα της ταχύτητας, το απολίθωμα αυτής της κίνησης είναι οι τροχαίες συγκρούσεις. Η πρόσκρουση της αυτοκινητικής ταχύτητας στον ανθρώπινο χρόνο: η ολόδική μας Πομπηία.

Στα «τροχαία ατυχήματα» αναπαράγονται οι έμφυτες ανεπάρκειες της κίνησης του αυτοκινήτου· ως αιτίες τους αναγνωρίζονται όλα τα στοιχεία που συνθέτουν τη φαντασμαγορία του αυτοκινήτου.

Τα κείμενα για την οδική ασφάλεια καταλήγουν σε ευχολόγια και αναμασήματα μέτρων ήδη εφαρμοσμένων, γιατί οι συγκρούσεις γίνονται αντιληπτές μέσα από το πρίσμα της κυριαρχίας του αυτοκινήτου.

Των τροχαίων συγκρούσεων τα αίτια ανάγονται στην κατάσταση του δικτύου, του οχήματος και της επιτήρησης της κίνησης. Αντί όμως τα ίδια τα αίτια να αναγνωριστούν ως οι εγγενώς προβληματικοί λειτουργικοί μηχανισμοί της αυτοκίνησης και να οδηγηθούμε στην αμφισβήτηση του αυτοκινήτου, κρίνεται σκόπιμη η επανεπένδυση στους ίδιους αυτούς μηχανισμούς για τη βελτίωσή τους. Και ενώ έχουν υποτίθεται εντοπιστεί τα αίτιά τους, η πτωτική τάση των συγκρούσεων φαίνεται να αγγίζει ένα όριο. Θα είναι η σκιά που θα συνοδεύει την κυκλοφορία, οι παράπλευρες απώλειες του πολέμου της αυτοκίνησης.

Οι θάνατοι της αυτοκίνησης έχουν χάσει την ανεμελιά τους. Ο διασπασμένος άνθρωπος αδυνατεί να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις μιας πολύωρης, προσεκτικής και συνετής οδήγησης, παρά μόνο με υπέρογκες επενδύσεις προσανατολισμένες στην “κανονικότητα” του κυκλοφοριακού σκηνικού.

Η κουλτούρα της ασφάλειας πασχίζει με θεσμοθέτηση «ημερών χωρίς αυτοκίνητο» και «ευγένειας στο δρόμο» να πείσει για τη δυνατότητα εφαρμογής της «συνεργατικής» οδήγησης. Είναι αντιφατικό να επικαλείσαι την κοινωνική συνείδηση των χρηστών ενός μέσου που χαρακτηρίζεται από την αυτιστική ιδιωτικότητά του.

Η προκλητική συμπεριφορά και η αμέλεια είναι χαρακτηριστικά του σύγχρονου καταναλωτή. Η χρήση κινητού τηλεφώνου και η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ αντικατοπτρίζουν την αίσθηση του ζεστού ιδιωτικού χώρου που υπόσχεται η χρήση του αυτοκινήτου. Λατρεύοντας τη δύναμη της μηχανής παραβιάζονται σημάνσεις και όρια ταχύτητας.

Η σύγκρουση τείνει να γίνει θανατηφόρα όσο αυξάνεται η ταχύτητα· οι μηχανισμοί παθητικής ασφάλειας των οχημάτων αδυνατούν να παρακολουθήσουν την “πρόοδο” της ταχύτητας. Στο σύνολό τους οι τροχαίες συγκρούσεις μπορούν να θεωρηθούν ατυχήματα της αυτοκίνησης. Σαν βραχυκυκλώματα της ροής της κυκλοφορίας προδίδουν τις αντοχές του δικτύου.Η ασφάλεια είναι το άλλοθι της αγωνιστικής οδήγησης.

Βιαστικά καταχωρήθηκαν σαν μηχανοκίνητος αθλητισμός οι αγώνες ταχύτητας που θεσμοθετήθηκαν απλά και μόνο για να τραβήξουν την προσοχή των καταναλωτών και να ενθαρρυνθεί η πώληση ΙΧ. Σ’ αυτό το πεδίο δοκιμών της αυτοκινητοβιομηχανίας, που παραμένει το τελευταίο προπύργιο του αποκλειστικά αρσενικού αθλητισμού, το όχημα είναι επιτέλους μόνο κυρίαρχο και ελεύθερο να τηρήσει τις υποσχέσεις της ταχύτητάς του. Τα «ατυχήματα» των αγωνιστικών οχημάτων είναι βασικό στοιχείο του θεάματος που προσφέρεται.

Κανείς δεν θα αναρωτηθεί πόσο βοηθά την υπόθεση της oδικής ασφάλειας η δημοτικότητα που γνωρίζει ο μηχανοκίνητος αθλητισμός. Παρ’ όλα αυτά, οι συγκοινωνιολόγοι αναζητούν τη λύση
στους «μηχανισμούς αποφυγής σύγκρουσης των ακρίδων».

«Η οδήγηση… και μάλιστα η γρήγορη… πριμοδοτεί μια υπερβατικής τάξεως κιναισθητική εμπειρία του χωροχρόνου και μέσω της αίσθησης καταλήγει σε μια ολική (και με έντονες απόκρυφες διαστάσεις) συμμετοχή στον κόσμο… Το να πάμε παντού και το να πηγαίνουμε γρήγορα, δύο συνθήματα ενός πολιτισμού που αναζητά την πανταχού παρουσία, την αθανασία και που λατρεύει την ταχύτητα… Όπως αναφέρει ο Βιριλιό, είμαστε οι άγνωστοι στρατιώτες της δικτατορίας της κίνησης, κάτι που δεν συνεπάγεται μόνο την εξάλειψη της απόστασης, αλλά και την εκμηδένιση του χρόνου και την εγκαθίδρυση μιας αέναης κατάστασης εκτάκτου ανάγκης». Η ταχύτητα είναι ένα μοντάζ του τοπίου της πραγματικότητας· ο οδηγός αποστασιοποιείται από την καταστροφή που προκαλεί, με έναν τρόπο που θυμίζει τους πιλότους των βομβαρδιστικών.Ο Μπουγκάτι είχε δηλώσει: «Εγώ δεν φτιάχνω αυτοκίνητα για να σταματούν, τα φτιάχνω για να τρέχουν».

Το αυτοκίνητο κινείται στο δρόμο καρκινωματικά – επεκτείνεται ανεξέλεγκτα και απεριόριστα. Στη διάδοση της θρησκείας του ΙΧ το φρένο είναι μια ανίερη κατάσταση. Ο αριθμητής του κλάσματος έχει αυτονομηθεί· η ταχύτητα εμφανίζεται σαν ακέραιος αριθμός. «Ο θρίαμβος του ανοδικού χιλιομετροδείκτη κατευνάζει τελετουργικά τον φόβο του διωκόμενου».

Στα «παγιδεύματα των ανθρώπων» το σώμα εξαφανίζεται στη δίνη της ταχύτητας.

«Η ταχύτητα είναι δημιουργός αμιγών αντικειμένων, είναι η ίδια ένα αμιγές αντικείμενο, εφόσον σβήνει το έδαφος και τις εδαφικές αναφορές, εφόσον ανεβαίνει τη ροή του χρόνου για να τον εκμηδενίσει, εφόσον πηγαίνει γρηγορότερα από την ίδια της την αιτία και ανεβαίνει το ρεύμα για να την αφανίσει.

Η ταχύτητα είναι ο θρίαμβος του αποτελέσματος επί της αιτίας, ο θρίαμβος του στιγμιαίου επί του χρόνου ως βάθους, ο θρίαμβος της επιφάνειας και της αμιγούς αντικειμενοσύνης επί του βάθους της επιθυμίας…

Θρίαμβος της λήθης επί της μνήμης, μέθη απολίτιστη, αμνησιακή… Το να πηγαίνει κανείς με το αυτοκίνητο δημιουργεί ένα είδος αοράτου, διαφάνειας, εγκαρσιότητας των πραγμάτων μέσω του κενού.

Είναι ένα είδος αυτοκτονίας σε αργή κίνηση, μέσω της εξάντλησης των μορφών, η οποία αποτελεί απολαυστική μορφή της εξαφάνισής τους…

Η ταχύτητα δεν είναι παρά η μυητική του κενού».

Εγκαθιδρύεται μια διαφορετική σχέση με τον κόσμο που χαρακτηρίζεται από την «“καταστροφή” της συνήθους αντίληψης των πραγμάτων».

Ο δρόμος γίνεται ο μη τόπος για την κυκλοφορία του πιο κατασταλαγμένου προϊόντος του καιρού μας.

———————————–

το πιο πάνω κείμενο είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο:

“O IX άνθρωπος και οι υποθαλάσσιες αρτηρίες του – Κώστας Δημητρίου” – Εκδόσεις των Ξένων


Σχετικά με τον αγώνα κατά του φασισμού – του Ραούλ Βάνεγκεμ

"Όταν ο Μπορντίγκα λέει ότι ο αντιφασισμός είναι το χειρότερο προϊόν του φασισμού, προειδοποιεί 
–όπως είχε κάνει ήδη ο Ζορζ Μπατάιγ το 1935– 
για τον κίνδυνο να καταστεί ένας αγώνας σε κλειστό πεδίο, μια μάχη ειδικών, 
ένας πόλεμος όπου πρωτίστως πρέπει να συντριβεί ο αντίπαλος."

“Δεν μπορούμε να συμμετέχουμε σ’ έναν αγώνα κατά του φασισμού ο οποίος θα απολαμβάνει τη συμπάθεια ενός μεγάλου μέρους της αστυνομίας και του στρατού” – Ραούλ Βάνεγκεμ

Δεν πρέπει να δώσουμε λάθος μάχη. Μετατρέποντας τον αγώνα κατά του φασισμού σε ειδικευμένο τομέα, είναι σαν να ξεχνάμε ότι αγωνιζόμαστε για μια νέα κοινωνία και ότι η αυτοάμυνά μας αφορά το σύνολο του καταπιεστικού συστήματος.

Είναι προφανές πως ο φασισμός αποτελεί μια διόλου αμελητέα απειλή για το πρόταγμα της χειραφέτησής μας. Ωστόσο, όπως και ο ισλαμισμός στις αραβικές χώρες, ο φασισμός δεν είναι σε θέση να βελτιώσει την κοινωνική κατάσταση ούτε να λύσει τα προβλήματα της ποιότητας της ζωής και του περιβάλλοντος, κάτι που επιζητά η πλειονότητα των ανθρώπων. Ο φασισμός και ο λαϊκισμός φέρνουν μόνο το χάος, την αυτοκαταστροφή, τη βαρβαρότητα. Εμείς, είμαστε η φωνή μιας κοινωνίας ανθρώπινης και αλληλέγγυας.

Δεν είναι αλήθεια ότι οι συνθήκες που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι συγκρίσιμες με εκείνες της Γερμανίας το 1932. Η αιτία της φοβερής και απεχθούς στροφής των γερμανικών μαζών στον ναζισμό δεν έγκειται στη διαφθορά και τη δειλία του κομμουνιστικού κόμματος και των σοσιαλδημοκρατών, ή ακόμη στον τρόμο που οργανώθηκε στρατιωτικά από τα τάγματα εφόδου του εθνικοσοσιαλισμού. Αυτό που διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο είναι η υπόσχεση για κοινωνική πρόοδο, μια υπόσχεση που ο Χίτλερ προσπάθησε να τηρήσει λαμβάνοντας μέτρα ικανά να δελεάσουν τις εργατικές μάζες: αύξηση των μισθών, αυτοκίνητο για όλους (volkswagen), βοήθεια στα νέα νοικοκυριά, επιδόματα αδειών και διακοπών για τους εργάτες, μείωση της ανεργίας προς όφελος μεγάλων έργων, όπως για παράδειγμα οι αυτοκινητόδρομοι, για να μην αναφέρουμε τη βιομηχανία όπλων…

Πείτε μου ποιο φασιστικό, νεοναζιστικό, εθνικιστικό, λαϊκιστικό, ή θρησκευτικό κόμμα διαθέτει σήμερα τα ελάχιστα έστω μέσα για να βελτιώσει την κοινωνική κατάσταση που επιδεινώνεται μέρα με τη μέρα; Γεμίζοντας το πιάτο του προλεταριάτου, ο Χίτλερ δεν είχε καμία δυσκολία να αποκρύψει σε ποια καταστροφή, ποιον αφανισμό θα οδηγούσε αναπόφευκτα η πολιτική του. Οι θιασώτες και οι μιμητές του, προκειμένου να οικειοποιηθούν μια εξουσία εξευτελιστικής χειραγώγησης, δεν έχουν να προτείνουν τίποτα παραπάνω από μια κατάσταση ακόμη πιο χαοτική και απελπιστική. Το μόνο που επιδεικνύουν είναι οι νέες μορφές πογκρόμ, το ανθρωποκυνηγητό των ξένων, η δειλή εκτόνωση των αδυνάμων εναντίον των ασθενεστέρων. Αντλώντας τη δύναμή τους από το μίσος και τον αποκλεισμό, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να επικυρώνουν αυτήν την πολιτική καταστροφής της ζωής με σκοπό το κέρδος, δηλαδή το πρόγραμμα των πολυεθνικών και των κρατών που υποκλίνονται δουλικά στις προσταγές τους.

Το δικό μας πεδίο είναι αυτό της ζωής που χειραφετείται από την εμπορευματική καταπίεση. Αυτό το πεδίο είμαστε αποφασισμένοι να υπερασπιστούμε ενάντια στις πολυεθνικές, ενάντια στις επιθέσεις των αστυνομιών και των μαφιών τους. Υπάρχει ο κίνδυνος να απομακρυνθούμε από τους πραγματικούς μας στόχους, εστιάζοντας στον αγώνα κατά του φασισμού και, γενικότερα, να υποπέσουμε στις παλιές ιδεολογικές διαμάχες που αποτελούν το λίπασμα των σεχταρισμών.

Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο σε ανώφελες ομφαλοσκοπήσεις, τόσο συχνές στους αναρχικούς κύκλους, για να μάθουμε ποιος είναι μαζί μας και ποιος εναντίον μας. Το μοναδικό κριτήριο είναι η πρακτική στο πεδίο, εκεί όπου όλες οι συζητήσεις έχουν ένα νόημα: την κοινή σωτηρία μας.

Και υπάρχουν πολλά να κάνουμε, από την Τσιάπας έως τη Χαλκιδική, περνώντας από την Τανζανία (όπου οι Μασάι εκτοπίζονται για να δημιουργηθεί μια προστατευόμενη περιοχή κυνηγιού προς χρήση των πλούσιων εκμεταλλευτών), τη Νοτρ-Νταμ-ντε-Λαντ [όπου ντόπιοι και μη έχουν καταλάβει μια δασική περιοχή στην οποία το γαλλικό κράτος και μία από τις μεγαλύτερες κατασκευαστικές εταιρείες στον κόσμο, η Vinci, θέλουν να κατασκευάσουν ένα τεράστιο διεθνές αεροδρόμιο], τη μάχη ενάντια στη ρύπανση από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο από σχιστόλιθο.

Εκεί είναι που το παρόν μας σκιαγραφεί το μέλλον που θέλουμε να οικοδομήσουμε.

Όταν ο Μπορντίγκα λέει ότι ο αντιφασισμός είναι το χειρότερο προϊόν του φασισμού, προειδοποιεί –όπως είχε κάνει ήδη ο Ζορζ Μπατάιγ το 1935– για τον κίνδυνο να καταστεί ένας αγώνας σε κλειστό πεδίο, μια μάχη ειδικών, ένας πόλεμος όπου πρωτίστως πρέπει να συντριβεί ο αντίπαλος.

Η καταπολέμηση της φτωχοποίησης, είτε συνθλίβει έλληνες είτε πακιστανούς πολίτες, είναι αγώνας για την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο καταπιεσμένος δεν ενδιαφέρεται για τις εθνικές, πολιτικές ή θρησκευτικές ετικέτες, του αρκεί να είναι ανθρώπινος και να γνωρίζει ότι τίποτε το ανθρώπινο δεν είναι ξένο προς αυτόν.

Το έδαφος όπου μαίνεται ο αγώνας της ζωής ενάντια στον ολοκληρωτισμό της αγοράς, αυτό είναι που κινητοποιεί τη δημιουργικότητα και την αποφασιστικότητά μας. Είναι καιρός η συνείδηση της ζωής, του ανθρώπινου όντος και του περιβάλλοντός του, να επιβεβαιώσει την υπεροχή της επί της ιδεολογίας και των διενέξεων των διανοουμένων γι’ αυτήν.

Σ’ έναν σημαντικό αριθμό χωρών επικρατεί ένας λαϊκισμός που περιλαμβάνει μια νεοναζιστική φράξια. Όσον αφορά την Ελλάδα, βρίσκεται αντιμέτωπη μ’ έναν νεοναζισμό που έχει ενδυθεί τα κουρέλια του λαϊκισμού. Στηρίζεται σ’ ένα πελατειακό σύστημα, μια αγορά της φιλανθρωπίας που βρωμάει περιφρόνηση για τον άνθρωπο.

Η πολιτική της φιλανθρωπίας δεν αποτελεί λύση. Πρέπει να είμαστε σε θέση να δημιουργήσουμε ζώνες μη εμπορευματικής διαβίωσης, όπου οι άνθρωποι θα ανακαλύπτουν ότι έχουν τα μέσα να εγκαθιδρύσουν καλύτερες συνθήκες ζωής. Αυτό δεν σημαίνει ότι η εθνικιστική βλακεία είναι στο σημείο να μετατρέψει την «Ελλάδα über alles» σε στρατόπεδο εξόντωσης.

Ωστόσο, είναι απαραίτητο να είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε κάθε απειλή που κλονίζει τη θέλησή μας να δημιουργήσουμε ελεύθερες περιοχές, χειραφετημένες από τον ολοκληρωτισμό της οικονομίας της αγοράς.

Δεν μπορούμε να συμμετέχουμε σ’ έναν αγώνα κατά του φασισμού ο οποίος θα απολαμβάνει τη συμπάθεια ενός μεγάλου μέρους της αστυνομίας και του στρατού. Αλλά μπορούμε να διατρανώσουμε την άρνησή μας να επιστρέψουμε σ’ ένα καθεστώς συνταγματαρχών και να διακηρύξουμε ως «λάιτ μοτίβ» το «Όχι στη δικτατορία», ένα σύνθημα του οποίου ο διεθνής χαρακτήρας τροφοδοτεί παντού τις εξεγέρσεις. Ποτέ πια συνταγματάρχες, ποτέ πια ναζισμός, ποτέ πια δικτατορία.

Όμως, αν ο αγώνας για την κοινωνική πρόοδο δεν καταστεί προτεραιότητα, τότε όλα τα συνθήματα του κόσμου δεν πρόκειται να αποτρέψουν τον πόλεμο όλων εναντίον όλων και τις φρικαλεότητές του. Η ειρηνική και μαζική κινητοποίηση ενάντια στις δυνάμεις καταστολής έχει αποτρεπτική δύναμη.

Ακόμα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη:

α) τη χρησιμότητα και τα όρια των μαζικών διαδηλώσεων. Καταδεικνύουν την άρνηση της υποταγής, αλλά είναι μια μορφή αντίστασης που τελικά τείνει στην παραίτηση αν δεν αποβαίνει στη δημιουργία νέων κοινωνικών σχέσεων. Η κρατική και συνδικαλιστική εξουσία βασίζεται στην κόπωση μιας επαναλαμβανόμενης οργής που δεν οδηγεί σε ουσιαστικές αλλαγές.

β) τη σημασία του κοινωνικού πεδίου, όπου μπορούμε να αγωνιστούμε αναπτύσσοντας την αλληλεγγύη, μια αλληλεγγύη που θεμελιώνεται στον άνθρωπο και όχι στην ένταξη σ’ ένα κόμμα, μια εθνικότητα, μια θρησκευτική ομάδα. Οι συλλογικότητες αλληλεγγύης είναι η καλύτερη απάντηση σ’ εκείνους που εγκαθιστούν μια αγορά φιλανθρωπίας όπου η ελεημοσύνη παράγει δούλους.

γ) το ζήτημα του έκτακτης ανάγκης. Όποιος δέχεται επίθεση έχει το δικαίωμα να επωφεληθεί τάχιστα από μια συλλογική παρέμβαση. Ο πεινασμένος ή ο εξαθλιωμένος χρειάζεται άμεση στήριξη. Ωστόσο, υπάρχουν έκτακτες ανάγκες που προκύπτουν από μια συναισθηματική αντίδραση η οποία προκαλεί τη λήψη απερίσκεπτων και συχνά ανεπαρκών αποφάσεων. Ας αψηφήσουμε επίσης τον εκβιασμό του επείγοντος που χρησιμοποιούν ανενδοίαστα οι πολιτικοί και οι επιχειρηματίες (του τύπου «για να σώσουμε τις θέσεις εργασίας, πρέπει να μειώσουμε τους μισθούς», «για να σωθεί η χώρα, πρέπει να εφαρμόσουμε ένα σχέδιο λιτότητας»). Αλλά και επιχειρήματα του είδους: «για να ξεριζώσουμε τον φασισμό, πρέπει να πάρουμε τα όπλα», κ.λπ.

δ) Στην πραγματικότητα, πρέπει να μάθουμε να προετοιμάζουμε το μακροπρόθεσμο και να αντλούμε διδάγματα για το βραχυπρόθεσμο.

Επιπλέον, πρέπει να ενεργούμε πάντοτε σε παγκόσμιο και τοπικό επίπεδο. Να μάθουμε με λίγα λόγια να σπεύδουμε βραδέως

“Εμείς, είμαστε η φωνή μιας κοινωνίας ανθρώπινης και αλληλέγγυας….Το δικό μας πεδίο είναι αυτό της ζωής που χειραφετείται από την εμπορευματική καταπίεση. Αυτό το πεδίο είμαστε αποφασισμένοι να υπερασπιστούμε ενάντια στις πολυεθνικές, ενάντια στις επιθέσεις των αστυνομιών και των μαφιών τους. Υπάρχει ο κίνδυνος να απομακρυνθούμε από τους πραγματικούς μας στόχους, εστιάζοντας στον αγώνα κατά του φασισμού και, γενικότερα, να υποπέσουμε στις παλιές ιδεολογικές διαμάχες που αποτελούν το λίπασμα των σεχταρισμών.” 12 Ιανουαρίου 2013 – πορεία 10.000 αντιεξουσιαστών / αναρχικών – Αθήνα

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από την μπροσούρα “Συνοπτικές σημειώσεις”,
– γράφτηκαν από τον Ραούλ Βανεγκέμ ως πρόσκληση για συζήτηση με τις συντρόφισσες και τους συντρόφους στην Ελλάδα.

Μεταφράστηκαν από την Εύη Παπακωνσταντίνου και εκδόθηκαν από τις Εκδόσεις των Ξένων τον Οκτώβριο του 2013