short stories about zero and infinity

πολιτική σκέψη

Ο Ι.Χ. άνθρωπος και οι υποθαλάσσιες αρτηρίες του – Η Ταχύτητα

Ο Ι.Χ. άνθρωπος και οι υποθαλάσσιες αρτηρίες του

Σημειώσεις για την αυτοκίνηση

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΩΣΤΑΣ

Εκδόσεις των Ξένων

Αδιάφορος για τους αποκλεισμούς που επιβάλλει η ταχύτητα που χειρίζεται, ανυποψίαστος για τον χαρακτήρα της πανηγυρικής συμμετοχής του στην παρέλαση των αυτοκινήτων, ο οδηγός αδυνατεί να αποστασιοποιηθεί από τη μέθη της διαρκούς κίνησης και να αντικρίσει τα αποτελέσματα της κυριαρχίας του. Το ιδιωτικό αυτοκίνητο αισθητικοποιεί τη βία, την υπεροχή, την αρρενωπότητα, την απαξία στο πεδίο της καθημερινότητας.
Ο Ι.Χ. άνθρωπος και οι υποθαλάσσιες αρτηρίες του εξετάζει την αδηφάγο φαντασμαγορία της αυτοκίνησης, τον πανικό της ταχύτητας, τα συσσωρευμένα φετίχ της κυκλοφορίας. Το αυτοκίνητο, εμπόρευμα-πρότυπο του εικοστού αιώνα και αντικείμενο ποικίλων επενδύσεων της ψυχικής οικονομίας, εξακολουθεί να δομεί την καπιταλιστική καθημερινότητα και να εκπαιδεύει σε μια πολεμική -και χαρακτηριστικά αρρενωπή- σχέση με τον χώρο και τον χρόνο.
Αυτές οι πυκνές, βιωματικές σημειώσεις υιοθετούν το βηματισμό της περιπλάνησης. Επανέρχονται από διαφορετικές οδούς σε ορισμένους κόμβους, και συχνά ανακαλούν άλλους πλανήτες που πέρασαν από εκεί. Έχουν στη γλώσσα τους τη μεταλλική γεύση άσκοπων καταστροφών.

 

 

ix_cover_front

 

Η Ταχύτητα

Από τις καθολικές καλόγριες που συνελήφθησαν να τρέχουν με 180 χλμ/ώ επειδή είχαν ανησυχήσει για το κάταγμα που υπέστη στον καρπό του δεξιού του χεριού ο πάπας, μέχρι τον υπουργό δημόσιας τάξης που διέσχισε με το ιδιωτικό του αυτοκίνητο τη μισή Ελλάδα τρέχοντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα, όταν ενημερώθηκε για την ταυτοποίηση στοιχείων που αφορούσαν μέλος “τρομοκρατικής” οργάνωσης, κανείς δεν φαίνεται να έχει πειστεί για την επικινδυνότητα της υπέρβασης των ορίων ταχύτητας.

Ο καθένας θεωρεί δικαίωμά του να εξαιρεθεί από την τήρηση των συγκεκριμένων ορίων προβάλλοντας τον δικό του ιερό σκοπό.Τα μηνύματα που απευθύνονται στον οδηγό δεν φαίνονται ιδιαίτερα πειστικά. Διαμορφώσεις του οδοστρώματος και ρυθμίσεις που περιορίζουν το ίδιο το όχημα αποδεικνύονται περισσότερο αποτελεσματικές.

Στο περιβάλλον των πόλεων, όταν η ταχύτητα των οχημάτων ξεπερνά τα 30 χλμ/ώ, δημιουργούνται αξεπέραστα προβλήματα. Η αίσθηση αλληλεπίδρασης του οδηγού με το περιβάλλον χάνεται, οι συγκρούσεις οχημάτων που κινούνται μ’ αυτή την ταχύτητα αγγίζουν τα όρια της παθητικής τους ασφάλειας.

Η κριτική που ασκήθηκε τη δεκαετία του 1960 στην προβληματική ασφάλεια των αυτοκινήτων δημιούργησε μια παράδοξη κατάσταση. Η αύξηση των μηχανισμών ασφαλείας μεταφράστηκε σε πιο ριψοκίνδυνες συμπεριφορές, με αποτέλεσμα μεγαλύτερη επικινδυνότητα για τους «εξωτερικούς χρήστες» του αυτοκινήτου. Τα ασφαλή αυτοκίνητα κυριάρχησαν στο δρόμο έναντι των πεζών, απολαμβάνοντας μεγαλύτερη ταχύτητα και ελευθερία κίνησης. Η κουλτούρα της ασφάλειας οδήγησε στην κυριαρχία του ΙΧ.

«Ό,τι υποτίθεται ότι γεννά περισσότερο κίνδυνο, γεννά περισσότερη ασφάλεια και ό,τι γεννά περισσότερη ασφάλεια, γεννά στην πραγματικότητα περισσότερο κίνδυνο… Κάθε μέτρο ασφαλείας που δεν είναι “περιοριστικό” αφ’ εαυτού γίνεται αντιληπτό από τους οδηγούς σαν μια ευκαιρία για να αυξήσουν την ταχύτητα, οπότε η πιθανότητα καθαρού κινδύνου αυξάνεται».

«Όταν με κάποιο μέτρο οδικής ασφάλειας ο χρήστης αντιλαμβάνεται μια μείωση του κινδύνου, τείνει ν’ αλλάξει τη συμπεριφορά του, αυξάνοντας τις ριψοκίνδυνες αποφάσεις και τις πιθανότητες να προκληθούν περισσότερα ατυχήματα».

Η ελευθερία του αυτοκινήτου επιτυγχάνεται εις βάρος της ελευθερίας των άλλων· αποφεύγονται κάποια ατυχήματα αποκλείοντας άλλους χρήστες της οδού να εισέλθουν στους δρόμους. Κάθε μέτρο που αυξάνει την ασφάλεια των οδηγών αυξάνει και την επιθυμία τους για ταχύτητα· μειώνεται η αίσθηση του κινδύνου για τους οδηγούς αλλά αυξάνεται ο πραγματικός κίνδυνος για πεζούς και ποδηλάτες οι οποίοι μετατρέπονται σε παθητικούς χρήστες της κίνησης του αυτοκινήτου.

Αποτύπωμα της ταχύτητας, το απολίθωμα αυτής της κίνησης είναι οι τροχαίες συγκρούσεις. Η πρόσκρουση της αυτοκινητικής ταχύτητας στον ανθρώπινο χρόνο: η ολόδική μας Πομπηία.

Στα «τροχαία ατυχήματα» αναπαράγονται οι έμφυτες ανεπάρκειες της κίνησης του αυτοκινήτου· ως αιτίες τους αναγνωρίζονται όλα τα στοιχεία που συνθέτουν τη φαντασμαγορία του αυτοκινήτου.

Τα κείμενα για την οδική ασφάλεια καταλήγουν σε ευχολόγια και αναμασήματα μέτρων ήδη εφαρμοσμένων, γιατί οι συγκρούσεις γίνονται αντιληπτές μέσα από το πρίσμα της κυριαρχίας του αυτοκινήτου.

Των τροχαίων συγκρούσεων τα αίτια ανάγονται στην κατάσταση του δικτύου, του οχήματος και της επιτήρησης της κίνησης. Αντί όμως τα ίδια τα αίτια να αναγνωριστούν ως οι εγγενώς προβληματικοί λειτουργικοί μηχανισμοί της αυτοκίνησης και να οδηγηθούμε στην αμφισβήτηση του αυτοκινήτου, κρίνεται σκόπιμη η επανεπένδυση στους ίδιους αυτούς μηχανισμούς για τη βελτίωσή τους. Και ενώ έχουν υποτίθεται εντοπιστεί τα αίτιά τους, η πτωτική τάση των συγκρούσεων φαίνεται να αγγίζει ένα όριο. Θα είναι η σκιά που θα συνοδεύει την κυκλοφορία, οι παράπλευρες απώλειες του πολέμου της αυτοκίνησης.

Οι θάνατοι της αυτοκίνησης έχουν χάσει την ανεμελιά τους. Ο διασπασμένος άνθρωπος αδυνατεί να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις μιας πολύωρης, προσεκτικής και συνετής οδήγησης, παρά μόνο με υπέρογκες επενδύσεις προσανατολισμένες στην “κανονικότητα” του κυκλοφοριακού σκηνικού.

Η κουλτούρα της ασφάλειας πασχίζει με θεσμοθέτηση «ημερών χωρίς αυτοκίνητο» και «ευγένειας στο δρόμο» να πείσει για τη δυνατότητα εφαρμογής της «συνεργατικής» οδήγησης. Είναι αντιφατικό να επικαλείσαι την κοινωνική συνείδηση των χρηστών ενός μέσου που χαρακτηρίζεται από την αυτιστική ιδιωτικότητά του.

Η προκλητική συμπεριφορά και η αμέλεια είναι χαρακτηριστικά του σύγχρονου καταναλωτή. Η χρήση κινητού τηλεφώνου και η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ αντικατοπτρίζουν την αίσθηση του ζεστού ιδιωτικού χώρου που υπόσχεται η χρήση του αυτοκινήτου. Λατρεύοντας τη δύναμη της μηχανής παραβιάζονται σημάνσεις και όρια ταχύτητας.

Η σύγκρουση τείνει να γίνει θανατηφόρα όσο αυξάνεται η ταχύτητα· οι μηχανισμοί παθητικής ασφάλειας των οχημάτων αδυνατούν να παρακολουθήσουν την “πρόοδο” της ταχύτητας. Στο σύνολό τους οι τροχαίες συγκρούσεις μπορούν να θεωρηθούν ατυχήματα της αυτοκίνησης. Σαν βραχυκυκλώματα της ροής της κυκλοφορίας προδίδουν τις αντοχές του δικτύου.Η ασφάλεια είναι το άλλοθι της αγωνιστικής οδήγησης.

Βιαστικά καταχωρήθηκαν σαν μηχανοκίνητος αθλητισμός οι αγώνες ταχύτητας που θεσμοθετήθηκαν απλά και μόνο για να τραβήξουν την προσοχή των καταναλωτών και να ενθαρρυνθεί η πώληση ΙΧ. Σ’ αυτό το πεδίο δοκιμών της αυτοκινητοβιομηχανίας, που παραμένει το τελευταίο προπύργιο του αποκλειστικά αρσενικού αθλητισμού, το όχημα είναι επιτέλους μόνο κυρίαρχο και ελεύθερο να τηρήσει τις υποσχέσεις της ταχύτητάς του. Τα «ατυχήματα» των αγωνιστικών οχημάτων είναι βασικό στοιχείο του θεάματος που προσφέρεται.

Κανείς δεν θα αναρωτηθεί πόσο βοηθά την υπόθεση της oδικής ασφάλειας η δημοτικότητα που γνωρίζει ο μηχανοκίνητος αθλητισμός. Παρ’ όλα αυτά, οι συγκοινωνιολόγοι αναζητούν τη λύση
στους «μηχανισμούς αποφυγής σύγκρουσης των ακρίδων».

«Η οδήγηση… και μάλιστα η γρήγορη… πριμοδοτεί μια υπερβατικής τάξεως κιναισθητική εμπειρία του χωροχρόνου και μέσω της αίσθησης καταλήγει σε μια ολική (και με έντονες απόκρυφες διαστάσεις) συμμετοχή στον κόσμο… Το να πάμε παντού και το να πηγαίνουμε γρήγορα, δύο συνθήματα ενός πολιτισμού που αναζητά την πανταχού παρουσία, την αθανασία και που λατρεύει την ταχύτητα… Όπως αναφέρει ο Βιριλιό, είμαστε οι άγνωστοι στρατιώτες της δικτατορίας της κίνησης, κάτι που δεν συνεπάγεται μόνο την εξάλειψη της απόστασης, αλλά και την εκμηδένιση του χρόνου και την εγκαθίδρυση μιας αέναης κατάστασης εκτάκτου ανάγκης». Η ταχύτητα είναι ένα μοντάζ του τοπίου της πραγματικότητας· ο οδηγός αποστασιοποιείται από την καταστροφή που προκαλεί, με έναν τρόπο που θυμίζει τους πιλότους των βομβαρδιστικών.Ο Μπουγκάτι είχε δηλώσει: «Εγώ δεν φτιάχνω αυτοκίνητα για να σταματούν, τα φτιάχνω για να τρέχουν».

Το αυτοκίνητο κινείται στο δρόμο καρκινωματικά – επεκτείνεται ανεξέλεγκτα και απεριόριστα. Στη διάδοση της θρησκείας του ΙΧ το φρένο είναι μια ανίερη κατάσταση. Ο αριθμητής του κλάσματος έχει αυτονομηθεί· η ταχύτητα εμφανίζεται σαν ακέραιος αριθμός. «Ο θρίαμβος του ανοδικού χιλιομετροδείκτη κατευνάζει τελετουργικά τον φόβο του διωκόμενου».

Στα «παγιδεύματα των ανθρώπων» το σώμα εξαφανίζεται στη δίνη της ταχύτητας.

«Η ταχύτητα είναι δημιουργός αμιγών αντικειμένων, είναι η ίδια ένα αμιγές αντικείμενο, εφόσον σβήνει το έδαφος και τις εδαφικές αναφορές, εφόσον ανεβαίνει τη ροή του χρόνου για να τον εκμηδενίσει, εφόσον πηγαίνει γρηγορότερα από την ίδια της την αιτία και ανεβαίνει το ρεύμα για να την αφανίσει.

Η ταχύτητα είναι ο θρίαμβος του αποτελέσματος επί της αιτίας, ο θρίαμβος του στιγμιαίου επί του χρόνου ως βάθους, ο θρίαμβος της επιφάνειας και της αμιγούς αντικειμενοσύνης επί του βάθους της επιθυμίας…

Θρίαμβος της λήθης επί της μνήμης, μέθη απολίτιστη, αμνησιακή… Το να πηγαίνει κανείς με το αυτοκίνητο δημιουργεί ένα είδος αοράτου, διαφάνειας, εγκαρσιότητας των πραγμάτων μέσω του κενού.

Είναι ένα είδος αυτοκτονίας σε αργή κίνηση, μέσω της εξάντλησης των μορφών, η οποία αποτελεί απολαυστική μορφή της εξαφάνισής τους…

Η ταχύτητα δεν είναι παρά η μυητική του κενού».

Εγκαθιδρύεται μια διαφορετική σχέση με τον κόσμο που χαρακτηρίζεται από την «“καταστροφή” της συνήθους αντίληψης των πραγμάτων».

Ο δρόμος γίνεται ο μη τόπος για την κυκλοφορία του πιο κατασταλαγμένου προϊόντος του καιρού μας.

———————————–

το πιο πάνω κείμενο είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο:

“O IX άνθρωπος και οι υποθαλάσσιες αρτηρίες του – Κώστας Δημητρίου” – Εκδόσεις των Ξένων


Η φαινομενολογία της ουδετερότητας ως Δούρειος Ίππος της αντίδρασης ή οι atenistas στη Νίκαια και άλλα δεινά…

Κυριακή 1η του Φλεβάρη και μια από τις πολύχρωμα αχρωμάτιστες θεαματικές δράσεις των “πολιτικά ουδέτερων” atenistas, τους έσυρε στις γειτονιές μας. Το όνομα αυτής, “Από την Κοκκινιά ως τα Βούρλα, μια ποδηλατάδα στα κομμάτια της ιστορίας, τα προσφυγικά, το μπλόκο, τα Βούρλα, ο βιομηχανικός Πειραιάς”…

Θα υπογραμμίσουμε, από τη μεριά μας, πολιτικά και χρωματισμένα, ορισμένα σημεία –γεγονότα, που επιμένουμε να ανασύρουμε από τη (βιωματική μας) μνήμη ως προϋπόθεση αντίστασης στην επικινδυνότητα της αποχαύνωσης. Και καθώς η μνήμη συγκροτεί συνείδηση (πόσο μάλλον η ιστορική συλλογική μνήμη που εκκινεί από τόπους όπως αυτός της μάντρας της Κοκκινιάς) δε μπορεί να αφήνεται να αλέθεται στο μύλο του θεάματος.

atenistas1

Να μιλήσουμε λοιπόν, για ουδετερότητες και δράσεις…

Αντί εισαγωγής: οι atenistas ιδρύθηκαν από το δημοσιογράφο Δημήτρη Ρηγόπουλο, του γνωστού “αχρωμάτιστου” free press Lifo , ο οποίος αρθρογραφεί και στην επίσης “ουδέτερη” πολιτική εφημερίδα Καθημερινή. Συνιδρυτής του “κινήματος”, ο blogger Τάσος Χαλκιόπουλος, γνωστός στους αντίστοιχους κύκλους, από το blog athensville, το οποίο ασχολείται με ζητήματα που αφορούν την αθηναϊκή μητρόπολη και το πώς θα μπορούσε αυτή να γίνει “καθαρότερη” σε κάθε επίπεδο (εννοώντας απουσία διαδηλώσεων, καταλήψεων, ανεπιθύμητων μεταναστών και άλλων κοινωνικών ομάδων).

Οι atenistas, ως “κίνημα”, με όχημα την περίπτωση του κέντρου της Αθήνας, φιλοδοξούν να κεφαλαιοποιήσουν την παραδοσιακή βλακεία της εθελούσιας προσφοράς απλήρωτης εργασίας, στην προοπτική πάντοτε της ενίσχυσης της οικονομικής δύναμης, της εξουσίας και των συμφερόντων, της εκάστοτε πολιτικής κυριαρχίας.

Για να μη φαντάζει μονάχα ως υπόθεση εργασίας η παραπάνω διατύπωση, συνεχίζουμε:

1

Η τυραννία της (αθηναϊκής) μητρόπολης συγκροτείται από δομικά χαρακτηριστικά που αφορούν τόσο στην οργάνωση του δομημένου περιβάλλοντος (σε επίπεδο κλίμακας, πυκνότητας, κεντρικότητας, τυπολογιών κατοίκισης, εύρους και ποιότητας αδόμητων χώρων, δικτύων (μετα)κίνησης, φυσικού περιβάλλοντος) όσο και της ποιότητας κάθε μορφής σχέσεων που διαγράφονται στο εσωτερικό της και συσχετίζονται διαλεκτικά μαζί της. Ο πλούτος και η δυναμική αυτής της διαλεκτικής, προφανώς και δεν μπορεί να καταναλωθεί σε πρακτικές για πεζοδρόμια χωρίς τσίχλες, τοίχους φρεσκοβαμμένους και γλάστρες μεγαλύτερου μεγέθους στα ανύπαρκτα πεζοδρόμια. Πρακτικές που προτείνουν οι atenistas ως εύρος και δυνατότητα μετασχηματιστικής παρέμβασης στην πόλη και την κοινωνική πραγματικότητα εν γένει.

2

Σε προέκταση της παραπάνω αντίληψης περί καθαρ(ι)ότητας ως πρόταγμα προς την κοινωνική χειραφέτηση και την ελεύθερη πόλη, προκρίνεται από τους atenistas η ενίσχυση της παρουσίας των εμπορικών υπερκαταστημάτων τύπου Mall στο κέντρο της πόλης. Το πρόβλημα της πόλης φαντάζει κατ’ αυτό τον τρόπο να είναι η απουσία νέων ναών κατανάλωσης, στη φετιχ εκδοχή τους, τύπου mall. Δεν αναγνωρίζονται ως προβληματικά σημεία της οργάνωσης του χώρου της πόλης και των δραστηριοτήτων που λαμβάνουν χώρα σ’ αυτήν άλλα, παρά η αδυναμία να καταναλώνεις ελεύθερα σε μεγάλες ποσότητες, σε αποστειρωμένα και επιτηρούμενα περιβάλλοντα. Σε τόπους όπου οι εργαζόμενοι αγωνιούν να επιβιώσουν σε ειδικά καθεστώτα εντατικής εκμετάλλευσης ευέλικτων ωραρίων, απελπιστικών αμοιβών, και αποπνικτικής πειθαρχίας. Δεν διερωτώνται σε κανένα επίπεδο, στην εναλλακτική πιθανότητα να υπάρξει στην υποψήφια θέση κάθε νέου mall, ένας τόπος διαφορετικός.

3

Δυο μέρες πριν την 2η επέτειο της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου από τον μπάτσο Κορκονέα, η αγωνία των atenistas τους έσπρωξε ξανά στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας να καθαρίσουν τους τοίχους της πόλης από κάθε πολιτική αφίσα που καλούσε σε κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις στο κέντρο της πόλης, ενάντια στην κατασταλτική κτηνωδία. Η αχρωμάτιστη πολιτικά παρέμβαση διατρανώνεται.

4

Οι θιασώτες των “χαμογελαστών εθελοντών των Ολυμπιακών αγώνων” της Αθήνας 2004, παρέβλεψαν ν’ αναφερθούν οποιαδήποτε στιγμή στις παράπλευρες απώλειες που αποσιωπούσε (ή νομιμοποιούσε ηθικά) η “χαμογελαστή αφέλεια”: στους δεκάδες νεκρούς και τραυματίες των ολυμπιακών εργοταξίων, στις συνθήκες εντατικής εκμετάλλευσης ντόπιου και ξένου εργατικού δυναμικού, στα σκάνδαλα των μιζών εργολάβων και συμβάσεων, τις υπερβάσεις προϋπολογισμών που θα συνεχίζουμε να πληρώνουμε με κάθε κόστος για χρόνια.

5

Η πλειοψηφία των ΜΜΕ, κανάλια, εφημερίδες, ραδιοφωνικοί σταθμοί, πριμοδότησαν και συνεχίζουν να διαφημίζουν υποστηρικτικά, κάθε δράση της εν’ λόγω παρέας, η οποία δε διστάζει από μεριάς της, να εισπράττει αντίστοιχες χορηγίες, διαφημίζοντας η ίδια με τη σειρά της, τηλεοπτικούς σταθμούς και μεγαλοπαράγοντες. Η δεδηλωμένη της συμπάθεια στο έργο της δημαρχίας του ακατονόμαστου πρασίνου (βλέπε Καμίνη και όσα δεινά συνεπάγεται) και η διαρκής επίκληση σε αυστηρότερες πρακτικές – πολιτικές αστυνόμευσης, ελέγχου κι επιτήρησης του χώρου της πόλης μας, απαλλάσσει από την κατάθεση κάθε άλλου επιχειρήματος…

6

Επιτομή της ουδέτερης πολιτικά και αχρωμάτιστης τοποθέτησης ωστόσο, δε μπορεί παρά να συγκροτεί η θέση των atenistas ότι το μνημόνιο αποτελεί μια αναγκαιότητα αφενός, μα και μια “ευκαιρία για τη χώρα” κατά βάθος, αφετέρου. Χωρίς σχόλια.

Αντί επιλόγου: γράφουμε τα παραπάνω, καθώς “ευχάριστες εκπλήξεις” τέτοιων επισκέψεων στις γειτονιές μας, δεν μας προκαλούν φιλόξενα συναισθήματα. Όχι για άλλο λόγο, μα γιατί η “βλακεία”, ιδίως στους καιρούς που ζούμε, είναι από ανυπόφορη έως προκλητική.
Αυτά και άλλα πολλά θα μπορούσαμε να γράφουμε για τις πρακτικές των ακτιβιστών atenistas όπως αρέσκονται να αυτοαποκαλούνται, αλλά είμαστε κι εμείς υποκείμενα της πράξης (αν και δεν την κατανοούμε ξέχωρα από τη θεωρία)… επί των έργων λοιπόν, οι τοίχοι της Κοκκινιάς τους υποδέχτηκαν με χρώματα και ζέση…

Εις το επανιδείν…

Υγ: Όσον αφορά στους αφελείς ή μη, υποστηρικτές, “φίλους”, συμμετέχοντες, καλοπροαίρετους, ενεργούς συμμετέχοντες των δράσεων, με κάθε ευγένεια θα σημειώσουμε ότι η αχρωματοψία διαφέρει του αχρωμάτιστου και κάθε “απολιτίκ” στάση, εγείρει αντίσταση.

* το κείμενο αυτό αποτελεί αναδημοσίευση απ’το blog “Μπλόκο στην Εξουσία

* στο Uncensored Stories, επίσης για το φαινόμενο “Atenistas” έχει δημοσιευτεί το:

Atenistas – TEDx: Όταν η ανθρώπινη βλακεία συναντά την νεοφιλελεύθερη επέλαση


Γιατί δεν ψηφίζουν οι αναρχικοί – του Ελιζέ Ρεκλύ

Το κείμενο του Ελιζέ Ρεκλύ δημοσιεύτηκε στο περιοδικό MOTHER EARTH

O,ΤΙΔΗΠΟΤΕ μπορεί να ειπωθεί σχετικά με το δικαίωμα ψήφου μπορεί να συνοψιστεί σε μια φράση.

Να ψηφίζεις σημαίνει να παραιτείσαι απ’ τη δύναμή σου.

Να εκλέγεις έναν ή πολλούς αφέντες, για μεγάλο ή μικρό χρονικό διάστημα, σημαίνει ν’ αποποιείται κανείς την ελευθερία του.

Πείτε τον απόλυτο μονάρχη, συνταγματικό βασιλιά, ή απλό βουλευτή, ο υποψήφιος που ανεβάζετε στο θρόνο, στο έδρανο, ή την πολυθρόνα, θα είναι πάντοτε ο αφέντης σας. Πρόκειται για πρόσωπα που βάζετε «πάνω» απ’ το νόμο, απ’ τη στιγμή που έχουν τη δύναμη να φτιάχνουν τους νόμους, και επειδή είναι αποστολή τους να βλέπουν ότι υπακούντε.

Το να ψηφίζεις είναι αρμοδιότητα των ηλιθίων.

Είναι τόσο ανόητο όσο το να πιστεύεις πως άνθρωποι, απ’ την ίδια πάστα με μας, θα αποκτήσουν εν ριπή οφθαλμού, με το χτύπημα μιας καμπάνας, τη γνώση και την αντίληψη των πάντων. Φυσικά και είναι έτσι. Το εκλεγμένο σας πρόσωπο θα πρέπει να νομοθετεί πάνω σε κάθε θέμα υπό το φως του φεγγαριού· πώς ένα κουτί σπίρτα έπρεπε ή δεν έπρεπε να γίνει, ή πώς να κάνουν πόλεμο· πώς να βελτιωθεί η γεωργία, ή πώς να σκοτώσουν μια φυλή Αράβων ή λίγους Νέγρους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Πιθανώς να πιστεύετε πως η ευφυΐα τους θα αυξηθεί ανάλογα με την ποικιλία των θεμάτων στα οποία θα επικεντρωθούν· αλλά η ιστορία και η εμπειρία διδάσκει το αντίθετο.

Η κατοχή της εξουσίας έχει μια εξωφρενική επίδραση· τα κοινοβούλια έχουν προκαλέσει πάντοτε δυστυχία.

Στις κυβερνητικές συνεδριάσεις, μ’ ένα μοιραίο τρόπο, η βούληση που επικρατεί είναι εκείνη που είναι κάτω του μέσου όρου, τόσο ηθικά όσο και διανοητικά.

Να ψηφίζετε σημαίνει να προετοιμάζετε μια αισχρή προδοσία και προδότες.

Οι εκλέκτορες πιστεύουν σίγουρα στην εντιμότητα των υποψηφίων, κι αυτό είναι ως ένα βαθμό υπαρκτό ενώ η ζέση και η θέρμη του διαγωνισμού παραμένει.

Αλλά κάθε μέρα έχει κι ένα αύριο. Απ’ τη στιγμή που οι συνθήκες μεταβάλλονται, ομοίως και οι άνθρωποι αλλάζουν. Σήμερα ο υποψήφιός σας υποκλίνεται ταπεινά ενώπιόν σας· αύριο θα πει «φτου» σε σας. Από έναν επαίτη ψήφων έχει μετατραπεί σε αφέντη σας.

Πώς μπορεί ένας εργάτης, που τοποθετήθηκε από σας στην κυβερνώσα τάξη, να είναι ίδιος όπως πριν, από τη στιγμή που τώρα μπορεί να μιλάει στο πλαίσιο της ισότητας με τους άλλους καταπιεστές; Δείτε τη δουλοπρέπεια του καθενός απ’ αυτούς, γραμμένη σ’ όλο τους το πρόσωπο, ύστερα απ’ την επίσκεψη σ’ έναν «υπουργό βιομηχανίας», ή όταν ο Βασιλιάς τον προσκαλεί στον προθάλαμο της αυλής του !

Η ατμόσφαιρα του «Οίκου» δεν είναι για βαθειές ανάσες· είναι βρόμικη. Εάν στείλετε έναν από σας σε ένα άσχημο μέρος, δεν θα πρέπει να εκπλαγείτε ύστερα εάν έρθει πίσω σε σάπια κατάσταση.

Ως εκ τούτου, μη συμμετέχετε οικειοθελώς.

Μην ψηφίζετε!

Αντί να εμπιστεύεστε την υπεράσπιση των συμφερόντων σας σε Άλλους, δείτε το πράγμα από μόνοι σας. Αντί να προσπαθείτε να επιλέξετε συμβούλους που θα σας καθοδηγούνε σε μελλοντικές πράξεις, κάντε το αυτό από μόνοι σας, και κάντε το τώρα! Άνθρωποι καλής θελήσεως δεν θα έπρεπε να κοιτάνε μάταια επί μακρόν για την ευκαιρία.

Το να φορτώνουμε στους ώμους των άλλων την ευθύνη των πράξεων κάποιου είναι δειλία.

Μην ψηφίζετε!

Μετάφραση: Αιχμή


“Οι αναρχικοί και οι εκλογές” – Ερρίκο Μαλατέστα (απόσπασμα)

Ερρίκο Μαλατέστα, Αναρχικοί εκλογιστές

Δεν θέλουμε, δεν θελήσαμε ποτέ, να ξεπέσουμε στη λατρεία των «μεγάλων ανδρών», του «σεβάσμιου προσώπου», έστω κι αν ήταν αναρχικοί…  Αλλά νομίζουμε ότι και η αντίθετη υπερβολή είναι επίσης γελοία, γιατί δεν θα δίναμε το λόγο στους παλιούς συντρόφους, όταν αυτό που έχουν πει εξακολουθεί νάναι σαφές κι επίκαιρο;

Για το εκλογικό πρόβλημα και τους «σοβαρούς λόγους» – πάντα ανακαλύπτονται τέτοιοι – που θα μπορούσαν να προβληθούν από ενδεχόμενους συντρόφους «εκλογιστές», βρίσκουμε τη θέση του Ερρίκο Μαλατέστα («Πενσιέρο ε Βολοντά», αρ. 10, 15 Μαΐου 1924), πιο ορθή, πιο επίκαιρη, παρά ποτέ.  Και την υιοθετούμε. Ν.Ρ.

Δεδομένου ότι δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει καμιά αυθεντία που να αποκτά ή να χάνει το δικαίωμα να αποκαλείται αναρχικός, είμαστε αναγκασμένοι, από καιρό σε καιρό, να σημειώνουμε την εμφάνιση κάποιου ο οποίος στράφηκε στον κοινοβουλευτισμό και που συνεχίζει, τουλάχιστον για ένα διάστημα, να δηλώνει ότι είναι αναρχικός.

Δεν βρίσκουμε τίποτε το κακό, ούτε το ατιμωτικό, στο ν’ αλλάζει κανείς γνώμη, όταν τον έχουν ωθήσει σ’ αυτή την αλλαγή νέες και ειλικρινείς πεποιθήσεις και όχι το προσωπικό συμφέρον· θα θέλαμε, ωστόσο, να δηλώνει κανείς ελεύθερα αυτό που έγινε και αυτό που έπαψε να είναι, για να αποφεύγονται άχρηστες συζητήσεις. Πιθανόν, όμως, κάτι τέτοιο να μην είναι δυνατό, γιατί αυτός που αλλάζει ιδέες δεν ξέρει, συνήθως, πού θα καταλήξει. Έπειτα, αυτό που μας συμβαίνει, συμβαίνει, σε μια μάλλον μεγαλύτερη αναλογία, σ’ όλα τα πολιτικά και κοινωνικά κινήματα. Οι σοσιαλιστές, π.χ., αναγκάστηκαν να υποστούν τους σοσιαλιστές εκμεταλλευτές και τους πολιτικάντηδες κάθε είδους που αυτοαποκαλούνταν σοσιαλιστές· κι οι ρεπουμπλικάνοι, είναι κι αυτοί αναγκασμένοι σήμερα να υποστηρίζουν ότι ορισμένοι, που πουλήθηκαν στο κυρίαρχο κόμμα, σφετερίζονται το ίδιο το όνομα του Ματσίνι. Ευτυχώς, η πλάνη δεν μπορεί να διαρκέσει πολύ. Πολύ σύντομα η λογική των ιδεών κι η ανάγκη της δράσης ωθούν τους υποτιθέμενους αναρχικούς ν’ αρνηθούν αυθόρμητα το όνομά τους και να πάρουν τη θέση που τους ταιριάζει. Οι εκλογιστές αναρχικοί, που εμφανίστηκαν σε πολλές περιπτώσεις, έχουν όλοι, λίγο-πολύ, εγκαταλείψει τον αναρχισμό, όπως ακριβώς και οι δικτατορικοί, οι μπολεβικίζοντες αναρχικοί, έγιναν πολύ γρήγορα αυστηροί μπολσεβίκοι που τέθηκαν στην υπηρεσία της ρωσικής Κυβέρνησης και των εκπροσώπων της.

Το φαινόμενο αναπαράχθηκε στη Γαλλία με την ευκαιρία των εκλογών των τελευταίων ημερών. Το πρόσχημα είναι η αμνηστία. «Χιλιάδες θύματα σαπίζουν στις φυλακές και στα κάτεργα – μια κυβέρνηση της αριστεράς θα τους αμνηστεύσει – το καθήκον όλων των επαναστατών, όλων των ανθρώπων που έχουν καρδιά, είναι να κάνουν ό,τι μπορούν, ώστε από τις κάλπες να βγουν τα ονόματα των πολιτικών ανδρών από τους οποίους περιμένουμε ότι θα δώσουν την αμνηστία». Να η τάση που έχει υπερισχύσει στη λογική των προσήλυτων.

«Ας είναι προσεκτικοί οι Γάλλοι σύντροφοι.

Στην Ιταλία δημιουργήθηκε κάποια αναταραχή για τον Τσιπριάνι, ένα φυλακισμένο, που χρησίμευσε σαν πρόσχημα στον Αντρέα Κόστα, για να παρασύρει τους αναρχικούς της Ρωμανίας στις κάλπες και ν’ αρχίσει έτσι να εκφυλίζεται το επαναστατικό κίνημα πούχε δημιουργηθεί από την πρώτη Διεθνή και να καταλήξει στο να καταστήσει το σοσιαλισμό ένα μέσο διασκέδασης των μαζών και εξασφάλισης της ησυχίας της μοναρχίας και της αστικής τάξης.

Στην πραγματικότητα όμως οι Γάλλοι δεν έχουν ανάγκη ν’ ανατρέξουν στα ιταλικά παραδείγματα, αφού στην Ιστορία τους υπάρχουν πολλά κι αρκετά ξεκάθαρα.

Στη Γαλλία, ακόμα, όπως και σ’ όλες τις λατινικές χώρες, ο σοσιαλισμός ξεκίνησε αν όχι σαν αναρχικός, τουλάχιστον σαν αντικοινοβουλευτικός – κα στη γαλλική επαναστατική βιβλιογραφία της πρώτης δεκαετίας μετά την Κομμούνα αφθονούν σε εύγλωττες σελίδες, γραμμένες με την πέννα του Γκεσντ και του Μπρους, μεταξύ άλλων, ενάντια στο ψεύδος της καθολικής ψηφοφορίας και στην εκλογική και κοινοβουλευτική κωμωδία.

«Έτσι, όπως ο Κόστα στην Ιταλία, οι Γκεσντ, οι Μασσάρ, οι Ντεβίλ κι αργότερα ο ίδιος ο Μπρους, καταλήφθηκαν από δίψα για εξουσία, κι ίσως από την επιθυμία συμφιλίωσης της επαναστατικής φήμης με την ήρεμη ζωή και τα μικρά και μεγάλα πλεονεκτήματα που αντλεί εκείνος πού μπαίνει στην επίσημη πολιτική ζωή, ακόμα και σαν αντιπολιτευόμενος. Και τότε άρχισε μια ολόκληρη σκευωρία για ν’ αλλάξει η κατεύθυνση του κινήματος και να δεχθούν οι σύντροφοι την εκλογική τακτική. Η συναισθηματική νότα βοήθησε επίσης αρκετά σ’ αυτή τη στιγμή: «Ήθελαν αμνηστία για τους κομμουνάρους, έπρεπε ν’ απελευθερώσουν το γέρο-Μπλανκί που πέθαινε στη φυλακή … και με καμιά εκατοστή προσχήματα, με καμιά εκατοστή επινοήματα, για να κατανικήσουν την απέχθεια, που οι ίδιοι οι λιποτάκτες είχαν βοηθήσει να δημιουργηθεί στους εργαζόμενους ενάντια στις εκλογές, και που τρεφόταν με τη ζωντανή ακόμη ανάμνηση του Ναπολεόντειου δημοψηφίσματος και των σφαγών που είχαν γίνει τον Ιούνη του 1848 και το Μάη του 1871 εξαιτίας της θέλησης των συνελεύσεων που είχαν αναδειχτεί με την καθολική ψηφοφορία.  Έλεγαν ότι έπρεπε να ψηφίσουν για να ληφθούν υπόψη, αλλά ότι θα ψήφιζαν υπέρ εκείνων, που δεν μπορούσαν να εκλεγούν, για τους κατάδικους ή για τις γυναίκες ή για τους νεκρούς· άλλοι πρότειναν να ρίξουν λευκό ή να γράψουν στο ψηφοδέλτιο κάποιο επαναστατικό σύνθημα· άλλοι ήθελαν να παραδώσουν οι υποψήφιοι στα χέρια των εφορευτικών επιτροπών τις επιστολές παραίτησής τους, για την περίπτωση που θα εκλέγονταν… Και κατόπιν, όταν το φρούτο ωρίμασε, όταν, δηλαδή, οι άνθρωποι πείστηκαν να ψηφίσουν, θέλησαν να παίξουν στα σοβαρά το ρόλο των υποψήφιων και των βουλευτών: άφησαν τους κατάδικους να σαπίσουν στις φυλακές, αρνήθηκαν τον κοινοβουλευτισμό, αναθεμάτισαν τον αναρχισμό· κι υστέρα από χίλιους δισταγμούς, ο Γκεσντ κατέληξε υπουργός στην κυβέρνηση της «Ιερής «Ένωσης».  Ό Ντεβίλ έγινε πρεσβευτής της αστικής Δημοκρατίας και ο Μασσάρ, νομίζω, κάτι ακόμα χειρότερο.

Δεν θέλουμε ν’ αμφισβητήσουμε, προκαταβολικά, την καλή πίστη των νεοφώτιστων, ακόμα περισσότερο αφού ανάμεσά τους υπάρχουν περισσότεροι από ένας, με τους οποίους συνδεόμαστε με προσωπική φιλία. Γενικά, αυτές οι εξελίξεις – ή, αν θέλετε, μεταλλάξεις – αρχίζουν πάντοτε καλόπιστα, κι ύστερα η λογική ωθεί, η φιλαυτία υπεισέρχεται, η φιλοδοξία υπερισχύει… και γίνεται κανείς αυτό που προηγούμενα συχαινόταν.

Ίσως, στην περίπτωση αυτή, να μη συμβεί τίποτε απ’ ό,τι φοβόμαστε, γιατί οι νεοφώτιστοι είναι πολύ λίγοι κι είναι πολύ μικρή η πιθανότητα να συναινέσει κάποιος από το αναρχικό στρατόπεδο, κι αυτοί οι σύντροφοι ή πρώην σύντροφοι θα σκεφτούν καλύτερα ή θ’ αναγνωρίσουν το λάθος τους.  Η νέα κυβέρνηση που θα εγκατασταθεί στη Γαλλία, ύστερα από τον εκλογικό θρίαμβο του συνασπισμού της αριστεράς, θα τους βοηθήσει να πειστούν ότι οι διαφορές της με την προηγούμενη κυβέρνηση είναι μηδαμινές, γιατί δε θα κάνει τίποτα καλό — ούτε καν την αμνηστία – αν δεν της το επιβάλει ή μάζα με τη δράση της. Εμείς θα προσπαθήσουμε, απ’ τη δική μας οπτική γωνία, να τους βοηθήσουμε να δουν το σωστό, με μια παρατήρηση που, κατά τ’ άλλα, δεν θα πρέπει νάναι καινούργια, για εκείνον που έχει κιόλας αποδεχτεί την αναρχική τακτική.

Είναι άχρηστο το νάρθω και να σας πω, όπως το κάνουν αυτοί οι καλοί φίλοι, ότι λίγη ελευθερία αξίζει περισσότερο από την απεριόριστη και αχαλίνωτη κτηνώδη τυραννία, ότι ένα λογικό ωράριο εργασίας, ένας μισθός που επιτρέπει να ζούμε λίγο καλύτερα από τα ζώα, η προστασία των γυναικών και των παιδιών, είναι προτιμότερα από την εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας μέχρι την πλήρη εξάντληση του εργαζόμενου, ότι το Κρατικό σχολείο, όσο άσχημο κι αν είναι, είναι πάντα καλύτερο από την υπόψη της ηθικής Ανάπτυξης του παιδιού, από εκείνο που διευθύνεται από τους παπάδες και τους καλόγερους… Ευχαρίστως, συμφωνούμε· κι επίσης συμφωνούμε ότι μπορεί να υπάρχουν περιστάσεις μέσα στις οποίες το αποτέλεσμα των εκλογών σ’ ένα Κράτος ή μια κοινότητα μπορεί να έχει καλές ή κακές συνέπειες κι ότι το αποτέλεσμα αυτό θα μπορούσε να καθοριστεί με την ψήφο των αναρχικών αν οι δυνάμεις των αντίπαλων κομμάτων ήταν περίπου ίδιες.

Συνήθως, εδώ, πρόκειται για μια πλάνη· οι εκλογές, όταν είναι κάπως ελεύθερες, δεν αξίζουν παρά μόνο όσο ένα σύμβολο: δείχνουν την κατάσταση της κοινής γνώμης, γνώμης πού δε θα επιβαλλόταν με μέσα πιο αποτελεσματικά και με μεγαλύτερα αποτελέσματα, αν δεν της προσφερόταν η υπεκφυγή που αποτελούν οι εκλογές. Αυτό, όμως, δεν είναι σημαντικό: ακόμα κι αν ορισμένα μικρά βήματα προς τα μπρος υπήρξαν η άμεση συνέπεια κάποιας εκλογικής νίκης, οι αναρχικοί δεν θάπρεπε να πάνε στις κάλπες, ούτε να σταματήσουν να προπαγανδίζουν τις αγωνιστικές τους μεθόδους.

Αφού δεν είναι δυνατό να κάνει κανείς τα πάντα μέσα στον κόσμο, πρέπει κανείς να διαλέγει το πώς θα κινηθεί.

Υπάρχει πάντοτε κάποια αντίφαση ανάμεσα στις μικροβελτιώσεις, στην ικανοποίηση των αμέσων αναγκών, και στην πάλη για μια κοινωνία πραγματικέ καλύτερη απ’ αυτή που υπάρχει.

Εκείνος που θέλει ν’ αφοσιωθεί στην κατασκευή ουρητηρίων και συντριβανιών, όπου αυτά είναι αναγκαία, που θέλει ν’ αναλωθεί για να πετύχει την κατασκευή ενός δρόμου ή την ανέγερση ενός δημοτικού σχολείου, ή την ψήφιση οποιουδήποτε νόμου για την προστασία της εργασίας, ή την απόλυση κάποιου κτηνώδους αστυνομικού, ίσως θα κάνει καλά να χρησιμοποιήσει το εκλογικό του βιβλιάριο, υποσχόμενος την ψήφο του σ’ αυτόν ή στον άλλο ισχυρό. Τότε, όμως — μια και θέλει νάναι «προσεκτικός», πρέπει νάναι ώς την τελευταία συνέπεια του πράγματος – τότε, αντί να περιμένει το θρίαμβο του κόμματος της αντιπολίτευσης, θα ήταν καλύτερα να ψηφίζει το κόμμα με τις περισσότερες πιθανότητες, να κολακεύει το κυρίαρχο κόμμα, να υπηρετεί την υπάρχουσα κυβέρνηση, να γίνεται πράκτορας του νομάρχη ή του δήμαρχου της κάθε περιόδου. Και, πράγματι, Ο νεοφώτιστος για τον οποίο μιλάμε, δεν είχε την πρόθεση να ψηφίσει το πιο προοδευτικό κόμμα, αλλά εκείνο που ήταν πιθανότερο να εκλεγεί: το συνασπισμό της αριστεράς.

Μα, τότε, πού θα φτάσουμε;

Αναμφισβήτητα, οι αναρχικοί έχουν διαπράξει χιλιάδες σφάλματα, έχουν πει εκατοντάδες ανοησίες, έμειναν, όμως, πάντοτε αγνοί και παραμένουν το κατ’ εξοχήν επαναστατικό κόμμα, το κόμμα του μέλλοντος, γιατί έχουν μάθει ν’ αντιστέκονται στις εκλογικές σειρήνες.

Θα είμασταν, πράγματι, ασυγχώρητοι, αν αφήναμε να παρασυρθούμε στη δίνη, τη στιγμή που η ώρα μας πλησιάζει με γοργό βήμα.

 Ερρίκο Μαλατέστα

* Το κείμενο αυτό περιλαμβάνεται στη συλλογή κειμένων με τίτλο «Οι αναρχικοί και οι εκλογές», Εκδόσεις «Ελεύθερος Τύπος», Αθήνα 1981, σε μετάφραση Βασίλη Καραπλή, σελ. 37-40.

 

πηγή άρθρου: Βραχόκηπος