short stories about zero and infinity

Author Archive

Ο Ι.Χ. άνθρωπος και οι υποθαλάσσιες αρτηρίες του – Η Ταχύτητα

Ο Ι.Χ. άνθρωπος και οι υποθαλάσσιες αρτηρίες του

Σημειώσεις για την αυτοκίνηση

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΩΣΤΑΣ

Εκδόσεις των Ξένων

Αδιάφορος για τους αποκλεισμούς που επιβάλλει η ταχύτητα που χειρίζεται, ανυποψίαστος για τον χαρακτήρα της πανηγυρικής συμμετοχής του στην παρέλαση των αυτοκινήτων, ο οδηγός αδυνατεί να αποστασιοποιηθεί από τη μέθη της διαρκούς κίνησης και να αντικρίσει τα αποτελέσματα της κυριαρχίας του. Το ιδιωτικό αυτοκίνητο αισθητικοποιεί τη βία, την υπεροχή, την αρρενωπότητα, την απαξία στο πεδίο της καθημερινότητας.
Ο Ι.Χ. άνθρωπος και οι υποθαλάσσιες αρτηρίες του εξετάζει την αδηφάγο φαντασμαγορία της αυτοκίνησης, τον πανικό της ταχύτητας, τα συσσωρευμένα φετίχ της κυκλοφορίας. Το αυτοκίνητο, εμπόρευμα-πρότυπο του εικοστού αιώνα και αντικείμενο ποικίλων επενδύσεων της ψυχικής οικονομίας, εξακολουθεί να δομεί την καπιταλιστική καθημερινότητα και να εκπαιδεύει σε μια πολεμική -και χαρακτηριστικά αρρενωπή- σχέση με τον χώρο και τον χρόνο.
Αυτές οι πυκνές, βιωματικές σημειώσεις υιοθετούν το βηματισμό της περιπλάνησης. Επανέρχονται από διαφορετικές οδούς σε ορισμένους κόμβους, και συχνά ανακαλούν άλλους πλανήτες που πέρασαν από εκεί. Έχουν στη γλώσσα τους τη μεταλλική γεύση άσκοπων καταστροφών.

 

 

ix_cover_front

 

Η Ταχύτητα

Από τις καθολικές καλόγριες που συνελήφθησαν να τρέχουν με 180 χλμ/ώ επειδή είχαν ανησυχήσει για το κάταγμα που υπέστη στον καρπό του δεξιού του χεριού ο πάπας, μέχρι τον υπουργό δημόσιας τάξης που διέσχισε με το ιδιωτικό του αυτοκίνητο τη μισή Ελλάδα τρέχοντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα, όταν ενημερώθηκε για την ταυτοποίηση στοιχείων που αφορούσαν μέλος “τρομοκρατικής” οργάνωσης, κανείς δεν φαίνεται να έχει πειστεί για την επικινδυνότητα της υπέρβασης των ορίων ταχύτητας.

Ο καθένας θεωρεί δικαίωμά του να εξαιρεθεί από την τήρηση των συγκεκριμένων ορίων προβάλλοντας τον δικό του ιερό σκοπό.Τα μηνύματα που απευθύνονται στον οδηγό δεν φαίνονται ιδιαίτερα πειστικά. Διαμορφώσεις του οδοστρώματος και ρυθμίσεις που περιορίζουν το ίδιο το όχημα αποδεικνύονται περισσότερο αποτελεσματικές.

Στο περιβάλλον των πόλεων, όταν η ταχύτητα των οχημάτων ξεπερνά τα 30 χλμ/ώ, δημιουργούνται αξεπέραστα προβλήματα. Η αίσθηση αλληλεπίδρασης του οδηγού με το περιβάλλον χάνεται, οι συγκρούσεις οχημάτων που κινούνται μ’ αυτή την ταχύτητα αγγίζουν τα όρια της παθητικής τους ασφάλειας.

Η κριτική που ασκήθηκε τη δεκαετία του 1960 στην προβληματική ασφάλεια των αυτοκινήτων δημιούργησε μια παράδοξη κατάσταση. Η αύξηση των μηχανισμών ασφαλείας μεταφράστηκε σε πιο ριψοκίνδυνες συμπεριφορές, με αποτέλεσμα μεγαλύτερη επικινδυνότητα για τους «εξωτερικούς χρήστες» του αυτοκινήτου. Τα ασφαλή αυτοκίνητα κυριάρχησαν στο δρόμο έναντι των πεζών, απολαμβάνοντας μεγαλύτερη ταχύτητα και ελευθερία κίνησης. Η κουλτούρα της ασφάλειας οδήγησε στην κυριαρχία του ΙΧ.

«Ό,τι υποτίθεται ότι γεννά περισσότερο κίνδυνο, γεννά περισσότερη ασφάλεια και ό,τι γεννά περισσότερη ασφάλεια, γεννά στην πραγματικότητα περισσότερο κίνδυνο… Κάθε μέτρο ασφαλείας που δεν είναι “περιοριστικό” αφ’ εαυτού γίνεται αντιληπτό από τους οδηγούς σαν μια ευκαιρία για να αυξήσουν την ταχύτητα, οπότε η πιθανότητα καθαρού κινδύνου αυξάνεται».

«Όταν με κάποιο μέτρο οδικής ασφάλειας ο χρήστης αντιλαμβάνεται μια μείωση του κινδύνου, τείνει ν’ αλλάξει τη συμπεριφορά του, αυξάνοντας τις ριψοκίνδυνες αποφάσεις και τις πιθανότητες να προκληθούν περισσότερα ατυχήματα».

Η ελευθερία του αυτοκινήτου επιτυγχάνεται εις βάρος της ελευθερίας των άλλων· αποφεύγονται κάποια ατυχήματα αποκλείοντας άλλους χρήστες της οδού να εισέλθουν στους δρόμους. Κάθε μέτρο που αυξάνει την ασφάλεια των οδηγών αυξάνει και την επιθυμία τους για ταχύτητα· μειώνεται η αίσθηση του κινδύνου για τους οδηγούς αλλά αυξάνεται ο πραγματικός κίνδυνος για πεζούς και ποδηλάτες οι οποίοι μετατρέπονται σε παθητικούς χρήστες της κίνησης του αυτοκινήτου.

Αποτύπωμα της ταχύτητας, το απολίθωμα αυτής της κίνησης είναι οι τροχαίες συγκρούσεις. Η πρόσκρουση της αυτοκινητικής ταχύτητας στον ανθρώπινο χρόνο: η ολόδική μας Πομπηία.

Στα «τροχαία ατυχήματα» αναπαράγονται οι έμφυτες ανεπάρκειες της κίνησης του αυτοκινήτου· ως αιτίες τους αναγνωρίζονται όλα τα στοιχεία που συνθέτουν τη φαντασμαγορία του αυτοκινήτου.

Τα κείμενα για την οδική ασφάλεια καταλήγουν σε ευχολόγια και αναμασήματα μέτρων ήδη εφαρμοσμένων, γιατί οι συγκρούσεις γίνονται αντιληπτές μέσα από το πρίσμα της κυριαρχίας του αυτοκινήτου.

Των τροχαίων συγκρούσεων τα αίτια ανάγονται στην κατάσταση του δικτύου, του οχήματος και της επιτήρησης της κίνησης. Αντί όμως τα ίδια τα αίτια να αναγνωριστούν ως οι εγγενώς προβληματικοί λειτουργικοί μηχανισμοί της αυτοκίνησης και να οδηγηθούμε στην αμφισβήτηση του αυτοκινήτου, κρίνεται σκόπιμη η επανεπένδυση στους ίδιους αυτούς μηχανισμούς για τη βελτίωσή τους. Και ενώ έχουν υποτίθεται εντοπιστεί τα αίτιά τους, η πτωτική τάση των συγκρούσεων φαίνεται να αγγίζει ένα όριο. Θα είναι η σκιά που θα συνοδεύει την κυκλοφορία, οι παράπλευρες απώλειες του πολέμου της αυτοκίνησης.

Οι θάνατοι της αυτοκίνησης έχουν χάσει την ανεμελιά τους. Ο διασπασμένος άνθρωπος αδυνατεί να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις μιας πολύωρης, προσεκτικής και συνετής οδήγησης, παρά μόνο με υπέρογκες επενδύσεις προσανατολισμένες στην “κανονικότητα” του κυκλοφοριακού σκηνικού.

Η κουλτούρα της ασφάλειας πασχίζει με θεσμοθέτηση «ημερών χωρίς αυτοκίνητο» και «ευγένειας στο δρόμο» να πείσει για τη δυνατότητα εφαρμογής της «συνεργατικής» οδήγησης. Είναι αντιφατικό να επικαλείσαι την κοινωνική συνείδηση των χρηστών ενός μέσου που χαρακτηρίζεται από την αυτιστική ιδιωτικότητά του.

Η προκλητική συμπεριφορά και η αμέλεια είναι χαρακτηριστικά του σύγχρονου καταναλωτή. Η χρήση κινητού τηλεφώνου και η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ αντικατοπτρίζουν την αίσθηση του ζεστού ιδιωτικού χώρου που υπόσχεται η χρήση του αυτοκινήτου. Λατρεύοντας τη δύναμη της μηχανής παραβιάζονται σημάνσεις και όρια ταχύτητας.

Η σύγκρουση τείνει να γίνει θανατηφόρα όσο αυξάνεται η ταχύτητα· οι μηχανισμοί παθητικής ασφάλειας των οχημάτων αδυνατούν να παρακολουθήσουν την “πρόοδο” της ταχύτητας. Στο σύνολό τους οι τροχαίες συγκρούσεις μπορούν να θεωρηθούν ατυχήματα της αυτοκίνησης. Σαν βραχυκυκλώματα της ροής της κυκλοφορίας προδίδουν τις αντοχές του δικτύου.Η ασφάλεια είναι το άλλοθι της αγωνιστικής οδήγησης.

Βιαστικά καταχωρήθηκαν σαν μηχανοκίνητος αθλητισμός οι αγώνες ταχύτητας που θεσμοθετήθηκαν απλά και μόνο για να τραβήξουν την προσοχή των καταναλωτών και να ενθαρρυνθεί η πώληση ΙΧ. Σ’ αυτό το πεδίο δοκιμών της αυτοκινητοβιομηχανίας, που παραμένει το τελευταίο προπύργιο του αποκλειστικά αρσενικού αθλητισμού, το όχημα είναι επιτέλους μόνο κυρίαρχο και ελεύθερο να τηρήσει τις υποσχέσεις της ταχύτητάς του. Τα «ατυχήματα» των αγωνιστικών οχημάτων είναι βασικό στοιχείο του θεάματος που προσφέρεται.

Κανείς δεν θα αναρωτηθεί πόσο βοηθά την υπόθεση της oδικής ασφάλειας η δημοτικότητα που γνωρίζει ο μηχανοκίνητος αθλητισμός. Παρ’ όλα αυτά, οι συγκοινωνιολόγοι αναζητούν τη λύση
στους «μηχανισμούς αποφυγής σύγκρουσης των ακρίδων».

«Η οδήγηση… και μάλιστα η γρήγορη… πριμοδοτεί μια υπερβατικής τάξεως κιναισθητική εμπειρία του χωροχρόνου και μέσω της αίσθησης καταλήγει σε μια ολική (και με έντονες απόκρυφες διαστάσεις) συμμετοχή στον κόσμο… Το να πάμε παντού και το να πηγαίνουμε γρήγορα, δύο συνθήματα ενός πολιτισμού που αναζητά την πανταχού παρουσία, την αθανασία και που λατρεύει την ταχύτητα… Όπως αναφέρει ο Βιριλιό, είμαστε οι άγνωστοι στρατιώτες της δικτατορίας της κίνησης, κάτι που δεν συνεπάγεται μόνο την εξάλειψη της απόστασης, αλλά και την εκμηδένιση του χρόνου και την εγκαθίδρυση μιας αέναης κατάστασης εκτάκτου ανάγκης». Η ταχύτητα είναι ένα μοντάζ του τοπίου της πραγματικότητας· ο οδηγός αποστασιοποιείται από την καταστροφή που προκαλεί, με έναν τρόπο που θυμίζει τους πιλότους των βομβαρδιστικών.Ο Μπουγκάτι είχε δηλώσει: «Εγώ δεν φτιάχνω αυτοκίνητα για να σταματούν, τα φτιάχνω για να τρέχουν».

Το αυτοκίνητο κινείται στο δρόμο καρκινωματικά – επεκτείνεται ανεξέλεγκτα και απεριόριστα. Στη διάδοση της θρησκείας του ΙΧ το φρένο είναι μια ανίερη κατάσταση. Ο αριθμητής του κλάσματος έχει αυτονομηθεί· η ταχύτητα εμφανίζεται σαν ακέραιος αριθμός. «Ο θρίαμβος του ανοδικού χιλιομετροδείκτη κατευνάζει τελετουργικά τον φόβο του διωκόμενου».

Στα «παγιδεύματα των ανθρώπων» το σώμα εξαφανίζεται στη δίνη της ταχύτητας.

«Η ταχύτητα είναι δημιουργός αμιγών αντικειμένων, είναι η ίδια ένα αμιγές αντικείμενο, εφόσον σβήνει το έδαφος και τις εδαφικές αναφορές, εφόσον ανεβαίνει τη ροή του χρόνου για να τον εκμηδενίσει, εφόσον πηγαίνει γρηγορότερα από την ίδια της την αιτία και ανεβαίνει το ρεύμα για να την αφανίσει.

Η ταχύτητα είναι ο θρίαμβος του αποτελέσματος επί της αιτίας, ο θρίαμβος του στιγμιαίου επί του χρόνου ως βάθους, ο θρίαμβος της επιφάνειας και της αμιγούς αντικειμενοσύνης επί του βάθους της επιθυμίας…

Θρίαμβος της λήθης επί της μνήμης, μέθη απολίτιστη, αμνησιακή… Το να πηγαίνει κανείς με το αυτοκίνητο δημιουργεί ένα είδος αοράτου, διαφάνειας, εγκαρσιότητας των πραγμάτων μέσω του κενού.

Είναι ένα είδος αυτοκτονίας σε αργή κίνηση, μέσω της εξάντλησης των μορφών, η οποία αποτελεί απολαυστική μορφή της εξαφάνισής τους…

Η ταχύτητα δεν είναι παρά η μυητική του κενού».

Εγκαθιδρύεται μια διαφορετική σχέση με τον κόσμο που χαρακτηρίζεται από την «“καταστροφή” της συνήθους αντίληψης των πραγμάτων».

Ο δρόμος γίνεται ο μη τόπος για την κυκλοφορία του πιο κατασταλαγμένου προϊόντος του καιρού μας.

———————————–

το πιο πάνω κείμενο είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο:

“O IX άνθρωπος και οι υποθαλάσσιες αρτηρίες του – Κώστας Δημητρίου” – Εκδόσεις των Ξένων


Αυτοδιάλυση της SCALP-Reflex Παρισιού: ένας αυτοκριτικός απολογισμός

Αυτοδιάλυση της SCALP-Reflex Παρισιού: ένας αυτοκριτικός απολογισμός

Εισαγωγή 
(εισαγωγή - μετάφραση από την συλλογικότητα "σε τροχιά σύγκρουσης")

Ξεκινώντας αυτή την εισαγωγή, είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι ο λόγος για τον οποίο μεταφράσαμε και εκδίδουμε το κείμενο αυτοδιάλυσης της ομάδας SCALP1 -Reflex Παρισιού είναι η συμβολή του στον κινηματικό διάλογο, που έχει ανοίξει στην ελλάδα τον τελευταίο χρόνο τουλάχιστον, αναφορικά με τα ζητήματα του αντιφασισμού όσο και γενικότερα για να εμπλουτίσει τις οπτικές των κινημάτων του ανταγωνισμού με τη βαρύτητα του αυτοκριτικού απολογισμού της τριαντάχρονης δράσης μιας από τις γνωστότερες αντιφασιστικές ομάδες της γαλλίας. Παρότι αναγνωρίζουμε πως οι κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες εντός των οποίων αναπτύσσονται τα κινήματα στα δύο κράτη (ελλάδα, γαλλία) είναι διαφορετικές, θεωρούμε πως το παρακάτω κείμενο μπορεί να αποτελέσει μια κατάλληλη αφορμή για ειλικρινή συζήτηση ή και αντιπαράθεση.

Κομβικό σημείο στη θεώρηση των μελών της SCALP αποτελεί η αντίληψή τους περί ριζοσπαστικού αντιφασισμού. Σε πολλά σημεία στο κείμενο βλέπουμε ότι τα ίδια τα μέλη της SCALP δεν ήθελαν και δε θέλουν να τα εκλάβουμε ως μόνο αντιφασίστες/στριες (μια που συμμετείχαν σε μια πληθώρα δράσεων και αγώνων).

Επίσης, επιθυμούν να εκλάβουμε τον αντιφασισμό τους με το συγκεκριμένο περιεχόμενο που εκείνοι και εκείνες του προσέδωσαν. Ο ριζοσπαστικός αντιφασισμός είναι γι’ αυτούς ένα κοινωνικό κίνημα το οποίο αντιλαμβάνεται τις κοινωνικές ρίζες του φασισμού και επιδιώκει να τον εξαλείψει μέσα από έναν αγώνα «ταυτόχρονα κοινωνικοπολιτιστικό, οικονομικό και πολιτικό, ενάντια σε όλα όσα μέσα σε μια κοινωνία μπορούν να επιτρέψουν την ανάδυση φασιστικών φαινομένων με το κοκτέιλ αυταρχισμού ανισοτήτων και αποκλεισμών που συνεπάγονται· εν συντομία έναν αγώνα για τη χειραφέτηση και την αυτονομία όλων».

Από αυτή τη θεώρηση πηγάζει και η επιδίωξή τους να βαθύνουν την ριζοσπαστικότητα της κριτικής και της ανάλυσής τους αλλά και να δράσουν με τρόπους επινοητικούς.

Τα μέλη της SCALP διαπιστώνουν ότι «ο αντιφασισμός μοιάζει ολοένα και λιγότερο να μπορεί να συγκροτήσει έναν επαρκή χώρο για τη σύγκλιση των αγώνων, δηλαδή για τη συνάντηση και τη ζύμωση μεταξύ ατόμων και ομάδων, οι οποίες, παρότι δρουν σε διαφορετικά πεδία, μπορούσαν τουλάχιστον να βρουν τους εαυτούς τους στον κοινό αντιφασισμό τους και, ξεκινώντας από αυτό, να τείνουν να συνάψουν τους θεωρητικούς και πρακτικούς δεσμούς μεταξύ των διαφορετικών οπτικών τους».

Το γεγονός αυτό είχε δύο πολιτικές συνέπειες: καταρχάς, η περιστασιακή κινητοποίηση των συλλογικοτήτων –απαντώντας σε επιθέσεις φασιστών ή σε κεντρικά οργανωμένα γεγονότα από ναζί– ενώ απουσίαζε η ριζοσπαστική κριτική και η δημιουργικότητα στις δράσεις.

1 Στα ελληνικά κυκλοφορεί το βιβλίο SCALP: η καταγωγή του γαλλικού ριζοσπαστικού αντιφασιστικού κινήματος 1984-1992 (εκδόσεις antifascripta), το οποίο μπορεί να εισάγει την αναγνώστρια στα ζητήματα που πραγματεύεται και το παρόν κείμενο μέσα από μια ιστορικά προσδιορισμένη ματιά. Τα δύο πρώτα κεφάλαια βρίσκονται εδώ: http://www.antifascripta.net/LinkClick.aspx?fileticket=30ak5DG3UCQ%3d&tab id=118

Στην ελλάδα, από την άλλη μεριά, τον τελευταίο χρόνο έχουν σχηματιστεί πολλές αντιφασιστικές ομάδες θέλοντας να απαντήσουν τόσο στην αύξηση των ποσοστών της ακροδεξιάς στις εκλογές όσο και σε αυτό που αναγνωρίζουν ως διάχυση του λόγου της ακροδεξιάς σε ευρύτερα κομμάτια του πληθυσμού. Υπάρχει ένα ευρύ φάσμα συλλογικοτήτων και ομαδοποιήσεων που προσπαθεί να απαντήσει με πολλούς τρόπους. Από πορείες στόμα με στόμα σε γειτονιές μέχρι κανονίσματα για τσάκισμα νεοναζί στο δρόμο και από παρεμβάσεις σε δημοτικά συμβούλια μέχρι εκδηλώσεις που αφορούν την ιστορία του φασισμού στην ελλάδα και το πώς συνδέεται με άλλες σχέσεις και συστήματα εξουσίας: στις αντιφασιστικές απαντήσεις αναγνωρίζουμε μια πολλαπλότητα.

Η δική μας αντιφασιστική εμπειρία δεν προέρχεται μόνο από τη συμμετοχή μας σε ομάδες που είτε έχουν αντιφασιστική δράση σε τοπικό επίπεδο, είτε λειτουργούν στα πλαίσια ευρύτερων δικτυώσεων. Επιπλέον, συμμετέχουμε σε δράσεις και κινητοποιήσεις ενάντια στον εθνικισμό και το ρατσισμό σε διάφορες γειτονιές της Αθήνας.

Το γεγονός που μας προβληματίζει αφορά στα όρια αυτών των ομαδοποιήσεων υπό το πρίσμα μιας ριζοσπαστικής θεώρησης.

Πώς μπορεί να βελτιωθεί η αντιφασιστική δράση μας;

Πώς μπορούμε να ριζοσπαστικοποιήσουμε και τις δικές μας αντιλήψεις και την κριτική που κάνουμε;

Ποιες είναι αυτές οι κινήσεις που πρέπει να εφεύρουμε ή να σχεδιάσουμε ώστε να επιφέρουμε αποτελεσματικά χτυπήματα στην αναπαραγωγή του εθνικισμού/ρατσισμού;

Πώς μπορούμε να εμπλουτίσουμε το κίνημα μέσα από τον αντιφασισμό;

Μπορεί οι απαντήσεις που δίνουμε ως συλλογικότητα σε αυτά τα ερωτήματα να μην ταυτίζονται, αναγνωρίζουμε όμως ότι υπάρχει η αναγκαιότητα και η πραγματικότητα της σύγκλισης στη δράση. Με τις φράσεις «λεπενοποίηση2 των συνειδήσεων» και «τετριμμενοποίηση [banalisation] των ιδεών της άκρας δεξιάς», οι συντρόφισσες της SCALP επιδιώκουν να τονίσουν αυτό που παρατηρούμε να συμβαίνει και στα δικά μας μέρη: οι ιδέες της άκρας δεξιάς αφορούν μεγάλα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας. Η διατήρηση της κοινότητας του έθνους και η ανύψωσή της ως το μέγιστο ιδανικό, η ανάδειξη της ελληνικής ταυτότητας ως εκείνης που επιλύει όλες τις συγκρούσεις, η απαξίωση και ο αποκλεισμός όσων είναι εθνικά “άλλοι” είναι κεντρικά ζητήματα στη συγκρότηση των υποκειμένων (ελλήνων και ελληνίδων).

2 Όρος που εμφανίζεται στο κείμενο [lepénisation] και προκύπτει από το όνομα του ηγέτη του ακροδεξιού κόμματος Εθνικό Μέτωπο, Jean-Marie Le Pen.

Αυτή την κυριαρχία του εθνικιστικού λόγου την παρατηρούμε στις διαφημίσεις που προωθούν ελληνικά προϊόντα, στις εθνικές σημαίες που ανεμίζουν στα μπαλκόνια, στον εθνικό ύμνο που τραγουδιέται στις γιορτές, στην κρίση που βιώνεται ως εθνικό πένθος («όλοι-οι-έλληνες-πρέπει-να-κάνουμε-θυσίες»), στις δολοφονίες αλβανών μεταναστών όποτε παίζουν οι εθνικές ομάδες των δύο χωρών και χάνει/κερδίζει η μια από τις δύο, στις ρατσιστικές επιθέσεις εναντίον μεταναστών που λαμβάνουν χώρα σε ολόκληρη την επικράτεια, στον αντιαμερικανισμό και τον αντιγερμανισμό που εμφανίζουν το ελληνικό κράτος ως μια δήθεν «ψωροκώσταινα». Ακριβώς αυτή η τετριμμενοποίηση [banalisation] των ακροδεξιών αντιλήψεων αποτέλεσε το πρώτο όριο (και το καθοριστικότερο) που συνάντησε ο αντιφασισμός της SCALP: όπως περιγράφεται στο κείμενο, τα στοιχεία που τους οδήγησαν σ’ αυτό το συμπέρασμα ήταν τρία.

Πρώτον, τα καλά εκλογικά αποτελέσματα του Εθνικού Μετώπου στις εκλογές του 2012.

Δεύτερον, ο πολλαπλασιασμός των φασιστικών γκρούπων,

και τρίτον, το ότι τα κλασικά πολιτικά κόμματα οικειοποιήθηκαν τις θέσεις του Εθνικού Μετώπου.

Αντίστοιχες είναι και οι ενδείξεις στην Ελλάδα: άνοδος των ακροδεξιών κομμάτων και είσοδος στο κοινοβούλιο (πρώτα ο λα.ο.σ. το 2007 για να ακολουθήσει η χ.α. το 2012), δημιουργία νεοναζιστικών γκρούπων που πλασάρουν ένα ιδεολόγημα αντικαπιταλιστικό, απομακρυσμένο από τη χ.α., με παρουσία σε τοίχους και συχνές πυκνές light επιθέσεις σε στέκια (α.μ.ε., “αυτόνομοι” εθνικιστές).

Τέλος, μια μετακίνηση των λόγων ολόκληρου του πολιτικού φάσματος προς τα δεξιά (επανεμφάνιση λαϊκισμού βασισμένου στο σύνθημα «πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια») που καθρεφτίζει μια μεταβολή σε επίπεδο κοινωνικής δυναμικής.

Επιπλέον, στο κείμενο τονίζεται ότι η SCALP αγωνιζόταν ενάντια στη διάχυση των ακροδεξιών αντιλήψεων (που έπαιρναν τη μορφή των κοινοτοπιών): συνεπώς, τις πολεμούσε όπου αυτές εμφανίζονταν: στο δρόμο, στα πανεπιστήμια, σε γειτονιές, μαζί με τους μετανάστες και τις μετανάστριες.

Από τις μεθόδους αντιμετώπισης που περιγράφονται αναδεικνύεται μια πληθώρα δράσεων, η οποία περιστρεφόταν γύρω από την εξής λογική: «στις δράσεις μας πάντοτε είχαμε την έγνοια να δρούμε μαζί με τον τοπικό πληθυσμό, γιατί δεν θεωρούμε τους εαυτούς μας πρωτοπορία». Και αυτό πάντα στα πλαίσια αυτού που αποκαλούν «βασική ιδέα του ριζοσπαστικού αντιφασισμού», σύμφωνα με την οποία «ο φασισμός έχει κοινωνικές ρίζες και [συνεπώς] ο αγώνας ενάντια στο φασισμό είναι ένας αγώνας για την κοινωνική επανάσταση και όχι απλά για τη φίμωση της άκρας δεξιάς» .

Από αυτή τους την αντίληψη προκύπτει και η ευρύτητα των αγώνων στους οποίους συμμετείχαν: αγώνες μαζί με μετανάστ(ρι)ες χωρίς χαρτιά για άσυλο, αγώνες για την ελεύθερη κυκλοφορία και εγκατάσταση, εναντίωση στις απελάσεις, αγώνες υπέρ των εκτρώσεων, κινήματα ανέργων και επισφαλών, πειράματα αυτοδιαχείρισης, διακρατικό κινηματικό δίκτυο ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με την άκρα δεξιά· για να κάνουμε μόνο μια ενδεικτική αναφορά.

Πέρα από την επαφή/επικοινωνία με τα ίδια τα υποκείμενα που βιώνουν τη συνθήκη της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, η ομάδα επιδίωξε «τη σύγκλιση των διαφορετικών κομματιών που αγωνίζονται ενάντια στους κατασταλτικούς νόμους». Ακόμη, επιδίωξε μεγαλύτερη ισότητα και λιγότερες σεξιστικές συμπεριφορές και στο εσωτερικό του κινήματος (ενσωματώνοντας κάποια φεμινιστικά εργαλεία και τρόπους ανάλυσης).

Εμφανίζεται εδώ μια βασική θέση: η ριζοσπαστικοποίηση που επιδίωκαν σε κοινωνικό επίπεδο κοιτούσε και προς τα μέσα, προς το εσωτερικό της συλλογικότητας. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, οι πολιτικές ομάδες είναι εργαλεία που πρέπει να μας επιτρέπουν «να εξελισσόμαστε και να δρούμε, να αλλάζουμε την κοινωνία και να αλλάζουμε εμείς οι ίδιες» .

Το κείμενο των γάλλων συντρόφων υποστηρίζει πως ο ριζοσπαστικός αντιφασισμός δε συγκροτείται μόνο σε αντιπαράθεση με το φασισμό και τα κοινωνικά του ριζώματα· αντιτίθεται επίσης στο δημοκρατικό αντιφασισμό. Βασικό χαρακτηριστικό του δημοκρατικού αντιφασισμού, για τη SCALP, είναι η χρησιμοποίησή του (από την αριστερά και από τη δεξιά) ως μέσο επανεκλογής. Αποκτά, δηλαδή, εργαλειακό χαρακτήρα. Και μάλιστα –αυτό κι αν ακούγεται οικείο– τόσο τα κόμματα τη αριστεράς όσο και της δεξιάς χρησιμοποιούν ως φόβητρο το κόμμα του Εθνικού Μετώπου, ενώ στην ουσία εφαρμόζουν τις ίδιες πολιτικές μισαλλοδοξίας, καταστολής και ρατσισμού.

Στην ελλάδα, οι δημόσιες συζητήσεις για νομοσχέδια ενάντια στο ρατσισμό μπορεί να δίνουν και να παίρνουν και την ίδια στιγμή να εφαρμόζονται διώξεις μεταναστών από ολόκληρες γειτονιές (Ξένιος Ζευς) και να δημιουργούνται “με δημοκρατικές διαδικασίες” στρατόπεδα κράτησης μεταναστών· ο πρωθυπουργός μπορεί να κατηγορεί τους μουσουλμάνους για μισογυνισμό και την ίδια στιγμή να φυλακίζονται και να εξευτελίζονται οροθετικές γυναίκες που εργάζονται στη βιομηχανία του σεξ. Είναι ξεκάθαρο, δηλαδή, ότι η χ.α. παίζει το ρόλο του μπαμπούλα ενώ τα κόμματα που υπόσχονται ότι θα την αντιμετωπίσουν παίρνουν θέσεις ολοένα και πιο συντηρητικές, σεξιστικές και ρατσιστικές. Επιπρόσθετα, βλέπουμε πως η ν.δ. επιδιώκει συμμαχίες εκλογικού τύπου με την άκρα δεξιά. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τόσο οι μετακινήσεις βουλευτών (γεωργιάδης, βορίδης) από το λα.ο.σ., όσο και δηλώσεις στενών συνεργατών του σαμαρά (πχ δίκτυο 213 ) που υποστηρίζουν ότι η στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσει η ν.δ. είναι να προσεταιριστεί τους ψηφοφόρους της χ.α. –οι οποίοι δεν είναι φασίστες (βλ. δηλώσεις4 του φαήλου κρανιδιώτη στην εφημερίδα Δημοκρατία για τους ψηφοφόρους των αν.ελ. και της χ.α.).

Κομβικής σημασίας υπήρξε η αύξηση της έντασης της καταστολής από το σοσιαλδημοκρατικό πα.σο.κ. (ένα φαινόμενο που παρατηρούν και οι συντρόφισσες της SCALP αναφορικά με το γαλλικό σοσιαλιστικό κόμμα), ενώ εδώ κολλάνε, φυσικά, και τα παραληρήματα της αριστεράς, η οποία υιοθετεί ολοένα και περισσότερο πατριωτικές και εθνικιστικές ρητορείες. Με τον τρόπο αυτό, έφτασαν και οι μετανάστες (όπως περιγράφεται στο κείμενο της SCALP) να αποτελούν τους αποδιοπομπαίους τράγους: τα θύματα των σχέσεων εξουσίας γίνονται οι θύτες, και τα υποκείμενα που έχουν τα προνόμια5 εμφανίζονται ως δήθεν φοβισμένα και ανασφαλή. Σύμφωνα με τη SCALP «το κίνημα της “δεξιοποίησης” επιταχύνεται από τις ανατροπές του 2001. Τότε ξεκινάει σταδιακά το τέλος του κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης με την καταστολή στην αντισύνοδο της Γένοβας τον Ιούλιο και την εμφάνιση στο γεωπολιτικό προσκήνιο του δόγματος της σύγκρουσης πολιτισμών μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου6 .

3 Μια κατατοπιστική ανάλυση για την ιστορία και τα υλικά συμφέροντα του Δικτύου 21 μπορείτε να βρείτε στο ένθετο του περιοδικού Antifa Barricada (τεύχος 20, Μάι- ος-Ιούνιος 2012) με τίτλο: «Το αθώο δίκτυο 21 – ένα σύγχρονο ακροδεξιό δίκτυο».

4 Παραθέτουμε ένα πολύ μικρό απόσπασμα, ενδεικτικό των όσων υποστηρίζουμε: «Ο 5 κύριος λόγος της στάσης μου είναι ότι η βάση των ΑΝ.ΕΛ. όπως και της Χρυσής Αυγής είναι κυρίως δικοί μας άνθρωποι. Τσαντισμένοι κεντρώοι, δεξιοί, που απηύδησαν από την παρακμή και τη φτωχοποίηση, που δε δέχτηκαν την υποτιθέμενη realpolitik της Ν.Δ. απέναντι στο Μνημόνιο. Άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που θέλουν δυναμικότερη στάση στο ζήτημα της λαθρομετανάστευσης και της εγκληματικότητας, στα εθνικά θέματα. Υπάρχουν στις τάξεις τους ακόμη και προερχόμενοι από το ΠΑΣΟΚ ή την Αριστερά, πατριώτες, που μπούχτισαν με την πολιτική ορθότητα του ΠΑΣΟΚ και της μηδενιστικής, λαθρολάγνας Αριστεράς» (η έμφαση δική μας). Ολόκληρο το κείμενο μπορεί να βρεθεί εδώ: http://www.dimokratianews.gr/content/12064/ηρθε-η- ώρα-να-ενώσουμε-τη-βάση-της-παράταξης

 5 Η σημασία των προνομίων, πέρα από την εκχώρηση ευκαιριών και δικαιωμάτων σε συγκεκριμένα άτομα και κοινωνικές ομάδες, έγκειται στο ότι όσοι και όσες αποκλείονται από αυτά δεν έχουν πρόσβαση στις διαδικασίες που ορίζουν τους αποκλεισμούς. Αυτό σημαίνει πχ πως όχι μόνο οι μετανάστες βρίσκονται σε θέση που δεν απολαμβάνουν τα προνόμια των ελλήνων, αλλά και πως για τους ίδιους τους έλληνες τα προνόμια που απορρέουν από την ιδιότητα του έλληνα πολίτη είναι αόρατα· συνεπώς, φυσικοποιούνται και θεωρούνται μη πολιτικά.

6 Ο Κώστας Δεσποινιάδης σε ένα κείμενό του με τίτλο «Οι “απολίτιστοι” εχθροί της “πολιτισμένης” Δύσης» αναφέρει: «[…] μετά την κατάρρευση του Ανατολικού μπλοκ, η Δύση επιθυμεί εναγωνίως να δημιουργηθεί στο συλλογικό φαντασιακό των υπηκόων της ένας καινούργιος Εχθρός. Μετά τους κομμουνιστές που ερχόντουσαν για να μας σφάξουν με τα κονσερβοκούτια, τώρα έρχονται οι αιμοδιψείς και απολίτιστοι Ισλαμιστές και Άραβες με τα τουρμπάνια, τα σαρίκια, τα γιαταγάνια και τα φυσεκλίκια. Και φυσικά δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φαντασία για να καταλάβει κανείς τι συνεπάγεται η ύπαρξη ενός εξωτερικού εχθρού, τρομερού εχθρού. Συνεπάγεται τη μέγιστη δυνατή συναίνεση στο εσωτερικό. Συνεπάγεται την εν λευκώ εξουσιοδότηση στις ηγεσίες μας να διαχειριστούν τις τύχες μας. Συνεπάγεται τη μηδενική ανοχή απέναντι σε όποιον δε συντάσσεται πίσω από την εξουσιοπαραφροσύνη». (σελ. 53- 54, στο Πόλεμος και Ασφάλεια, εκδ. Πανοπτικόν).

Μαζί, αυτά τα δύο γεγονότα υπογραμμίζουν τον θρίαμβο των πολιτισμικών και εθνο-διαφορικών θεματικών στα πλαίσια του αγώνα ενάντια στο νέο απόλυτο εχθρό, τον «άξονα του κακού»: οι μουσουλμάνοι, πάντοτε λιγότερο ή περισσότερο ύποπτοι ισλαμισμού».

Ένα σημαντικό ζήτημα που τίθεται από τους συντρόφους και τις συντρόφισσες της SCALP είναι η δημιουργία μιας γραμμής που συνδέει τον πολιτισμό με την αντίληψη για τη δημοκρατία. Έτσι, οι μουσουλμάνοι (μετανάστες ή πρόσφυγες) θεωρούνται αφενός όντα που δεν πιστεύουν στη δημοκρατία, αφετέρου όντα που έχουν πολιτισμό ο οποίος δεν μπορεί να έρθει σε επαφή με άλλους. Μουσουλμάνος σημαίνει και εχθρός της δημοκρατίας και απολίτιστος7 .

Οι συντρόφισσες της SCALP όμως δεν μένουν σε αυτό, αλλά επισημαίνουν και μια μετακίνηση στο πεδίο των αιτημάτων, η οποία εντείνει αυτή την κατάσταση «καθώς οι διεκδικήσεις των μειονοτήτων εντός της χώρας τροποποιούνται με τη σειρά τους περνώντας από το αίτημα για κοινωνική ισότητα σε αυτό του σεβασμού των εθνικών ή πολιτισμικών διαφορών, επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα τον εθνοπολιτισμικό διαχωρισμό του πληθυσμού τον οποίο έβαλε μπροστά η άκρα δεξιά τη δεκαετία του ’80 – με κόστος φυσικά [τη μη αναγνώριση] της διαίρεσης σε κοινωνικοοικονομικές τάξεις». Ιστορικά, ο γαλλικός εθνικισμός έχει συγκροτηθεί ως πολιτειακός εθνικισμός –βασίζεται στην στενή σύνδεση του έθνους με το κράτος. Γάλλος, δηλαδή, θεωρείται οποιοσδήποτε κατέχει την ιδιότητα του πολίτη με απαραίτητη προϋπόθεση να έχει γεννηθεί σε γαλλικό έδαφος. Στην αντίληψη του έθνους-συμβόλαιο, δηλαδή, το βάρος δίνεται στο κριτήριο της υπακοής στους νόμους και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από εκείνους.

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια βλέπουμε μια στροφή προς μοντέλα που περιέχουν πολιτισμικά στοιχεία (τα οποία συσχετίζονται άμεσα με τα πολιτειακά). Η δημόσια συζήτηση και οι νομοθεσίες γύρω από το ζήτημα της μαντίλας, οι ξεριζωμοί πληθυσμών Ρομά αλλά και η περιθωριοποίηση των μουσουλμάνων μεταναστών ή γάλλων πολιτών αφρικανικής καταγωγής (ένα από τα κατάλοιπα της αποικιοκρατίας) καταδεικνύουν την εμφάνιση μιας υλικής μετατόπισης σε επίπεδο νοημάτων: η σύνδεση του γαλλικού πολιτισμού με τη γαλλική δημοκρατία καθιστά το γαλλικό έθνος μια κοινότητα που πρέπει δήθεν να παραμείνει αναλλοίωτη και καθαρή προκειμένου να διαφυλαχθεί ως τέτοια. Στην ελλάδα ο εθνικισμός έχει μια ελαφρώς διαφορετική ιστορία. Ο ελληνικός εθνικισμός συγκροτήθηκε εξαρχής πάνω σε πολιτισμικά χαρακτηριστικά (γλώσσα και θρησκεία).

7 Όπως γράφεται στον απολογισμό της SCALP: «[…] η διαφορά του άλλου δεν σημαίνει ότι αυτός είναι κατώτερος, αλλά απλά ότι είναι ένας άλλος, ένας ξένος, μη αφομοιώσιμος, για να μην πούμε μη αποδεκτός: καθένας στο σπίτι του, καθένας με τους όμοιούς του» .

Αυτά νοηματοδοτήθηκαν ως συνεκτικοί δεσμοί του έθνους· σε συνδυασμό με την κοινωνική κατασκευή της κοινής φυλετικής καταγωγής των ελλήνων («το-αίμα-του-περικλή- κυλάει-στις-φλέβες-μας»). Στα πλαίσια, δηλαδή, του ελληνικού εθνικισμού δεν παρατηρούμε μια μετατόπιση αλλά μια συνέχεια: ο πολιτισμός θεωρείται, όπως το αίμα, ότι παραμένει ίδιος και κοινός διιστορικά.

Η κεντρικότητα της θρησκείας περιλάμβανε τον αποκλεισμό όσων δεν ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι, προκειμένου να διατηρείται η ομοιογένεια του έθνους. Σήμερα, από την άλλη μεριά, ο αντιμουσουλμανισμός ξεκινάει από την εναντίωση στην κατασκευή τζαμιού –ενός χώρου λατρείας– στην Αθήνα, για να περάσει μέσα από κοινωνικά στερεότυπα πως οι μουσουλμάνοι τρώνε σκυλιά και σκοτώνουν γυναίκες και να καταλήξει στο γεγονός ότι «δεν-πρέπει-να-φερόμαστε-με-δημοκρατικό-τρόπο-σε- αυτούς-που-στις-χώρες-τους-δεν-υπάρχει-δημοκρατία»· ενώ αποτέλεσε βασικό ιδεολόγημα των ελλήνων εθελοντών που συμμετείχαν στις θηριωδίες των σέρβων εναντίων των βοσνίων στο Σεράγεβο και τη Σρεμπρένιτσα. Εδώ, χρειάζεται να προσθέσουμε ότι –σύμφωνα με αυτή την εθνικιστική και ρατσιστική αντίληψη– οι πολιτισμοί έχουν χαρακτήρα καταρχήν εθνικό. Μέσω του αιώνιου πολιτισμού, το έθνος αποκτά διαχρονική και διιστορική υπόσταση, γίνεται “φυσικό” και “φυσιολογικό”.

Η SCALP υποστηρίζει ότι μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετώπισε ως ανταγωνιστικό κίνημα είναι το πώς θα απαντούσε στη στρατηγική της ακροδεξιάς να καταλαμβάνει ολοένα και περισσότερο τηλεοπτικό χρόνο (“τετριμμενοποιώντας” έτσι ακόμη περισσότερο τις απόψεις της). Όπως λένε, οι εκεί φασίστες σταμάτησαν να ασχολούνται πλέον με τη δυναμική παρουσία στο δρόμο –που έμεινε στα χέρια ομάδων που ήταν πολύ βίαιες, κάνοντας μόνο αυτό το πράγμα– όσο με την συχνή παρουσία τους σε τηλεοπτικά κανάλια.

Στην ελλάδα, πέραν του ότι οι φασίστες δεν έχουν αφήσει το κομμάτι του δρόμου επειδή μπήκαν στο κοινοβούλιο, κρίνουμε ότι η στρατηγική τους κινείται σε δύο επίπεδα:

το πρώτο αφορά στη δημιουργία πολλών blog και site που να κατασκευάζουν μια ταυτότητα «μέσου, απλού, ακομμάτιστου» λόγου που να αναπαράγει εθνικιστικές και ρατσιστικές μαλακίες. Αυτό είναι πολύ εύκολο να γίνει καθώς η αναπαραγωγή στερεοτύπων –συνήθως μέσω “αποκαλύψεων” και ειδήσεων– συνιστά κομμάτι της λογικής που διακατέχει το αναγνωστικό κοινό του διαδικτύου.

Σε δεύτερο επίπεδο, οι ναζί γίνονται οικείες φιγούρες συνήθως μέσω μιας lifestyle εικόνας που τους συνοδεύει, ανεξάρτητα από το εθνικιστικό περιεχόμενο του λόγου και των πρακτικών τους. Εδώ έχουμε να κάνουμε με συνεντεύξεις σε lifestyle περιοδικά ή τηλεοπτικές εκπομπές. Την ίδια στιγμή, βέβαια, οι ναζί αυτοθυματοποιούνται κλαίγοντας που δήθεν «δεν τους παίζουν τα ξεπουλημένα κανάλια».

Από την άλλη μεριά, διαπιστώνουμε ότι οι φασίστες προσπαθούν να χτίσουν ένα κινηματικό προφίλ δημιουργώντας ρατσιστικές επιτροπές κατοίκων· επιτροπές που αποτελούν τη δική τους μέθοδο για να εμφανιστούν ως «απλοί κάτοικοι/γείτονες/έλληνες» και να προσπαθήσουν να κινητοποιήσουν κάποιους κατοίκους στη βάση ρατσιστικών αφορμών (συχνό παράδειγμα είναι η εγκληματικότητα των “ξένων”). Ενώ δεν πρέπει να αφήνουμε απ’ έξω το κομμάτι των “αυτόνομων” εθνικιστών, οι οποίοι ενώ εκφέρουν λόγο ρητά εθνικοσοσιαλιστικό ακολουθούν ένα lifestyle “αντιεξουσιαστικό”8 επιδιώκοντας να ξεγελάσουν άτομα διαφόρων ηλικιών ψαρεύοντας σε θολά νερά.

Το ζήτημα που εκκρεμεί, εν τέλει, είναι το πώς μπορούμε να απαντήσουμε ως κίνημα σε αυτές τις τακτικές. Σε σχέση με το πώς αντιμετωπίζει το κράτος τον αντιφασισμό που κινείται σε αντιθεσμικό και ριζοσπαστικό επίπεδο αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι, πέρα από την ανοιχτή στήριξη στους ρατσιστές και τους συνοδοιπόρους τους, στην ελλάδα αναπτύσσεται η θεωρία των δύο άκρων, ως προσπάθεια της κυριαρχίας να αμβλύνει τη ρατσιστική βία εξισώνοντάς την με την αντιβία ενάντια στους μπάτσους και τους ναζί. Πέραν του ότι παρουσιάζει ως «βεντέτα» (δηλαδή ως οικογενειακή διαφωνία, ως μια μη πολιτική σύγκρουση) τη σύγκρουση φασιστ(ρι)ών- αντιφασιστ(ρι)ών, η θεωρία των δύο άκρων λειτουργεί υπέρ των ναζί:

(α) επειδή τους παρουσιάζει ως δήθεν αντισυστημικούς –ενώ έχουν πάντοτε την κάλυψη της ελληνικής αστυνομίας– και

(β) επειδή με τον τρόπο αυτό αναδύεται το κράτος ως προστάτης της κοινωνίας: εκείνο θα πολεμήσει τα άκρα πουλώντας ασφάλεια στους πολίτες που παρακολουθούν live από την τηλεόραση.

Κλείνοντας αυτή τη σύντομη εισαγωγή, οφείλουμε να πούμε ότι θέλει τόλμη να κάνεις δημόσια αυτοκριτική, και μάλιστα σκληρή, και να το διατυπώνεις με λόγια όπως «σήμερα, όσον αφορά και τη μορφή οργάνωσής μας και τις πολιτικές μας παρεμβάσεις, έχουμε την εντύπωση ότι βρισκόμαστε σε ένα αδιέξοδο –πολύ περισσότερο, ότι εμείς είμαστε ο τοίχος του αδιεξόδου». Και μόνο η αναγνώριση της σημασίας μιας τέτοιας στάσης θα μπορούσε να αποτελέσει έναν επαρκή λόγο για να μεταφραστεί και να δημοσιευτεί αυτό το κείμενο. Εμείς από την πλευρά μας κρατάμε τη δέσμευση της SCALP μετά από τριάντα χρόνια μάχιμου και ριζοσπαστικού αντιφασισμού «στους αγώνες και τις αλτερνατίβες».

Η συνέχεια του αγώνα είναι αυτό που αφορά όλους και όλες μας.

Αθήνα, Ιούνιος 2013 …

μετάφραση από την συλλογικότητα “σε τροχιά σύγκρουσης”

8 Ένα χρήσιμο κείμενο που περιγράφει παρόμοιες στρατηγικές που ακολούθησαν ομάδες ναζί στη γερμανία μπορεί να βρεθεί στον παρακάτω σύνδεσμο: https://terminal119archive.wordpress.com/αναδημοσιεύσεις-μεταφράσεις/μεταφράσεις/ whennazisgopop/  

(more…)


Σχετικά με τον αγώνα κατά του φασισμού – του Ραούλ Βάνεγκεμ

"Όταν ο Μπορντίγκα λέει ότι ο αντιφασισμός είναι το χειρότερο προϊόν του φασισμού, προειδοποιεί 
–όπως είχε κάνει ήδη ο Ζορζ Μπατάιγ το 1935– 
για τον κίνδυνο να καταστεί ένας αγώνας σε κλειστό πεδίο, μια μάχη ειδικών, 
ένας πόλεμος όπου πρωτίστως πρέπει να συντριβεί ο αντίπαλος."

“Δεν μπορούμε να συμμετέχουμε σ’ έναν αγώνα κατά του φασισμού ο οποίος θα απολαμβάνει τη συμπάθεια ενός μεγάλου μέρους της αστυνομίας και του στρατού” – Ραούλ Βάνεγκεμ

Δεν πρέπει να δώσουμε λάθος μάχη. Μετατρέποντας τον αγώνα κατά του φασισμού σε ειδικευμένο τομέα, είναι σαν να ξεχνάμε ότι αγωνιζόμαστε για μια νέα κοινωνία και ότι η αυτοάμυνά μας αφορά το σύνολο του καταπιεστικού συστήματος.

Είναι προφανές πως ο φασισμός αποτελεί μια διόλου αμελητέα απειλή για το πρόταγμα της χειραφέτησής μας. Ωστόσο, όπως και ο ισλαμισμός στις αραβικές χώρες, ο φασισμός δεν είναι σε θέση να βελτιώσει την κοινωνική κατάσταση ούτε να λύσει τα προβλήματα της ποιότητας της ζωής και του περιβάλλοντος, κάτι που επιζητά η πλειονότητα των ανθρώπων. Ο φασισμός και ο λαϊκισμός φέρνουν μόνο το χάος, την αυτοκαταστροφή, τη βαρβαρότητα. Εμείς, είμαστε η φωνή μιας κοινωνίας ανθρώπινης και αλληλέγγυας.

Δεν είναι αλήθεια ότι οι συνθήκες που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι συγκρίσιμες με εκείνες της Γερμανίας το 1932. Η αιτία της φοβερής και απεχθούς στροφής των γερμανικών μαζών στον ναζισμό δεν έγκειται στη διαφθορά και τη δειλία του κομμουνιστικού κόμματος και των σοσιαλδημοκρατών, ή ακόμη στον τρόμο που οργανώθηκε στρατιωτικά από τα τάγματα εφόδου του εθνικοσοσιαλισμού. Αυτό που διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο είναι η υπόσχεση για κοινωνική πρόοδο, μια υπόσχεση που ο Χίτλερ προσπάθησε να τηρήσει λαμβάνοντας μέτρα ικανά να δελεάσουν τις εργατικές μάζες: αύξηση των μισθών, αυτοκίνητο για όλους (volkswagen), βοήθεια στα νέα νοικοκυριά, επιδόματα αδειών και διακοπών για τους εργάτες, μείωση της ανεργίας προς όφελος μεγάλων έργων, όπως για παράδειγμα οι αυτοκινητόδρομοι, για να μην αναφέρουμε τη βιομηχανία όπλων…

Πείτε μου ποιο φασιστικό, νεοναζιστικό, εθνικιστικό, λαϊκιστικό, ή θρησκευτικό κόμμα διαθέτει σήμερα τα ελάχιστα έστω μέσα για να βελτιώσει την κοινωνική κατάσταση που επιδεινώνεται μέρα με τη μέρα; Γεμίζοντας το πιάτο του προλεταριάτου, ο Χίτλερ δεν είχε καμία δυσκολία να αποκρύψει σε ποια καταστροφή, ποιον αφανισμό θα οδηγούσε αναπόφευκτα η πολιτική του. Οι θιασώτες και οι μιμητές του, προκειμένου να οικειοποιηθούν μια εξουσία εξευτελιστικής χειραγώγησης, δεν έχουν να προτείνουν τίποτα παραπάνω από μια κατάσταση ακόμη πιο χαοτική και απελπιστική. Το μόνο που επιδεικνύουν είναι οι νέες μορφές πογκρόμ, το ανθρωποκυνηγητό των ξένων, η δειλή εκτόνωση των αδυνάμων εναντίον των ασθενεστέρων. Αντλώντας τη δύναμή τους από το μίσος και τον αποκλεισμό, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να επικυρώνουν αυτήν την πολιτική καταστροφής της ζωής με σκοπό το κέρδος, δηλαδή το πρόγραμμα των πολυεθνικών και των κρατών που υποκλίνονται δουλικά στις προσταγές τους.

Το δικό μας πεδίο είναι αυτό της ζωής που χειραφετείται από την εμπορευματική καταπίεση. Αυτό το πεδίο είμαστε αποφασισμένοι να υπερασπιστούμε ενάντια στις πολυεθνικές, ενάντια στις επιθέσεις των αστυνομιών και των μαφιών τους. Υπάρχει ο κίνδυνος να απομακρυνθούμε από τους πραγματικούς μας στόχους, εστιάζοντας στον αγώνα κατά του φασισμού και, γενικότερα, να υποπέσουμε στις παλιές ιδεολογικές διαμάχες που αποτελούν το λίπασμα των σεχταρισμών.

Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο σε ανώφελες ομφαλοσκοπήσεις, τόσο συχνές στους αναρχικούς κύκλους, για να μάθουμε ποιος είναι μαζί μας και ποιος εναντίον μας. Το μοναδικό κριτήριο είναι η πρακτική στο πεδίο, εκεί όπου όλες οι συζητήσεις έχουν ένα νόημα: την κοινή σωτηρία μας.

Και υπάρχουν πολλά να κάνουμε, από την Τσιάπας έως τη Χαλκιδική, περνώντας από την Τανζανία (όπου οι Μασάι εκτοπίζονται για να δημιουργηθεί μια προστατευόμενη περιοχή κυνηγιού προς χρήση των πλούσιων εκμεταλλευτών), τη Νοτρ-Νταμ-ντε-Λαντ [όπου ντόπιοι και μη έχουν καταλάβει μια δασική περιοχή στην οποία το γαλλικό κράτος και μία από τις μεγαλύτερες κατασκευαστικές εταιρείες στον κόσμο, η Vinci, θέλουν να κατασκευάσουν ένα τεράστιο διεθνές αεροδρόμιο], τη μάχη ενάντια στη ρύπανση από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο από σχιστόλιθο.

Εκεί είναι που το παρόν μας σκιαγραφεί το μέλλον που θέλουμε να οικοδομήσουμε.

Όταν ο Μπορντίγκα λέει ότι ο αντιφασισμός είναι το χειρότερο προϊόν του φασισμού, προειδοποιεί –όπως είχε κάνει ήδη ο Ζορζ Μπατάιγ το 1935– για τον κίνδυνο να καταστεί ένας αγώνας σε κλειστό πεδίο, μια μάχη ειδικών, ένας πόλεμος όπου πρωτίστως πρέπει να συντριβεί ο αντίπαλος.

Η καταπολέμηση της φτωχοποίησης, είτε συνθλίβει έλληνες είτε πακιστανούς πολίτες, είναι αγώνας για την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο καταπιεσμένος δεν ενδιαφέρεται για τις εθνικές, πολιτικές ή θρησκευτικές ετικέτες, του αρκεί να είναι ανθρώπινος και να γνωρίζει ότι τίποτε το ανθρώπινο δεν είναι ξένο προς αυτόν.

Το έδαφος όπου μαίνεται ο αγώνας της ζωής ενάντια στον ολοκληρωτισμό της αγοράς, αυτό είναι που κινητοποιεί τη δημιουργικότητα και την αποφασιστικότητά μας. Είναι καιρός η συνείδηση της ζωής, του ανθρώπινου όντος και του περιβάλλοντός του, να επιβεβαιώσει την υπεροχή της επί της ιδεολογίας και των διενέξεων των διανοουμένων γι’ αυτήν.

Σ’ έναν σημαντικό αριθμό χωρών επικρατεί ένας λαϊκισμός που περιλαμβάνει μια νεοναζιστική φράξια. Όσον αφορά την Ελλάδα, βρίσκεται αντιμέτωπη μ’ έναν νεοναζισμό που έχει ενδυθεί τα κουρέλια του λαϊκισμού. Στηρίζεται σ’ ένα πελατειακό σύστημα, μια αγορά της φιλανθρωπίας που βρωμάει περιφρόνηση για τον άνθρωπο.

Η πολιτική της φιλανθρωπίας δεν αποτελεί λύση. Πρέπει να είμαστε σε θέση να δημιουργήσουμε ζώνες μη εμπορευματικής διαβίωσης, όπου οι άνθρωποι θα ανακαλύπτουν ότι έχουν τα μέσα να εγκαθιδρύσουν καλύτερες συνθήκες ζωής. Αυτό δεν σημαίνει ότι η εθνικιστική βλακεία είναι στο σημείο να μετατρέψει την «Ελλάδα über alles» σε στρατόπεδο εξόντωσης.

Ωστόσο, είναι απαραίτητο να είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε κάθε απειλή που κλονίζει τη θέλησή μας να δημιουργήσουμε ελεύθερες περιοχές, χειραφετημένες από τον ολοκληρωτισμό της οικονομίας της αγοράς.

Δεν μπορούμε να συμμετέχουμε σ’ έναν αγώνα κατά του φασισμού ο οποίος θα απολαμβάνει τη συμπάθεια ενός μεγάλου μέρους της αστυνομίας και του στρατού. Αλλά μπορούμε να διατρανώσουμε την άρνησή μας να επιστρέψουμε σ’ ένα καθεστώς συνταγματαρχών και να διακηρύξουμε ως «λάιτ μοτίβ» το «Όχι στη δικτατορία», ένα σύνθημα του οποίου ο διεθνής χαρακτήρας τροφοδοτεί παντού τις εξεγέρσεις. Ποτέ πια συνταγματάρχες, ποτέ πια ναζισμός, ποτέ πια δικτατορία.

Όμως, αν ο αγώνας για την κοινωνική πρόοδο δεν καταστεί προτεραιότητα, τότε όλα τα συνθήματα του κόσμου δεν πρόκειται να αποτρέψουν τον πόλεμο όλων εναντίον όλων και τις φρικαλεότητές του. Η ειρηνική και μαζική κινητοποίηση ενάντια στις δυνάμεις καταστολής έχει αποτρεπτική δύναμη.

Ακόμα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη:

α) τη χρησιμότητα και τα όρια των μαζικών διαδηλώσεων. Καταδεικνύουν την άρνηση της υποταγής, αλλά είναι μια μορφή αντίστασης που τελικά τείνει στην παραίτηση αν δεν αποβαίνει στη δημιουργία νέων κοινωνικών σχέσεων. Η κρατική και συνδικαλιστική εξουσία βασίζεται στην κόπωση μιας επαναλαμβανόμενης οργής που δεν οδηγεί σε ουσιαστικές αλλαγές.

β) τη σημασία του κοινωνικού πεδίου, όπου μπορούμε να αγωνιστούμε αναπτύσσοντας την αλληλεγγύη, μια αλληλεγγύη που θεμελιώνεται στον άνθρωπο και όχι στην ένταξη σ’ ένα κόμμα, μια εθνικότητα, μια θρησκευτική ομάδα. Οι συλλογικότητες αλληλεγγύης είναι η καλύτερη απάντηση σ’ εκείνους που εγκαθιστούν μια αγορά φιλανθρωπίας όπου η ελεημοσύνη παράγει δούλους.

γ) το ζήτημα του έκτακτης ανάγκης. Όποιος δέχεται επίθεση έχει το δικαίωμα να επωφεληθεί τάχιστα από μια συλλογική παρέμβαση. Ο πεινασμένος ή ο εξαθλιωμένος χρειάζεται άμεση στήριξη. Ωστόσο, υπάρχουν έκτακτες ανάγκες που προκύπτουν από μια συναισθηματική αντίδραση η οποία προκαλεί τη λήψη απερίσκεπτων και συχνά ανεπαρκών αποφάσεων. Ας αψηφήσουμε επίσης τον εκβιασμό του επείγοντος που χρησιμοποιούν ανενδοίαστα οι πολιτικοί και οι επιχειρηματίες (του τύπου «για να σώσουμε τις θέσεις εργασίας, πρέπει να μειώσουμε τους μισθούς», «για να σωθεί η χώρα, πρέπει να εφαρμόσουμε ένα σχέδιο λιτότητας»). Αλλά και επιχειρήματα του είδους: «για να ξεριζώσουμε τον φασισμό, πρέπει να πάρουμε τα όπλα», κ.λπ.

δ) Στην πραγματικότητα, πρέπει να μάθουμε να προετοιμάζουμε το μακροπρόθεσμο και να αντλούμε διδάγματα για το βραχυπρόθεσμο.

Επιπλέον, πρέπει να ενεργούμε πάντοτε σε παγκόσμιο και τοπικό επίπεδο. Να μάθουμε με λίγα λόγια να σπεύδουμε βραδέως

“Εμείς, είμαστε η φωνή μιας κοινωνίας ανθρώπινης και αλληλέγγυας….Το δικό μας πεδίο είναι αυτό της ζωής που χειραφετείται από την εμπορευματική καταπίεση. Αυτό το πεδίο είμαστε αποφασισμένοι να υπερασπιστούμε ενάντια στις πολυεθνικές, ενάντια στις επιθέσεις των αστυνομιών και των μαφιών τους. Υπάρχει ο κίνδυνος να απομακρυνθούμε από τους πραγματικούς μας στόχους, εστιάζοντας στον αγώνα κατά του φασισμού και, γενικότερα, να υποπέσουμε στις παλιές ιδεολογικές διαμάχες που αποτελούν το λίπασμα των σεχταρισμών.” 12 Ιανουαρίου 2013 – πορεία 10.000 αντιεξουσιαστών / αναρχικών – Αθήνα

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από την μπροσούρα “Συνοπτικές σημειώσεις”,
– γράφτηκαν από τον Ραούλ Βανεγκέμ ως πρόσκληση για συζήτηση με τις συντρόφισσες και τους συντρόφους στην Ελλάδα.

Μεταφράστηκαν από την Εύη Παπακωνσταντίνου και εκδόθηκαν από τις Εκδόσεις των Ξένων τον Οκτώβριο του 2013


Ζαπατίστας: “Από πόνο, από οργή, για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη”

Αναδημοσιεύουμε την τελευταία ανακοίνωση του Ζαπατίστικου Στρατού για την Εθνική Απελευθέρωση. Συνέπεσε με την συμπλήρωση ενός χρόνου από την εγκληματική συνεργασία αστυνομίας και καρτέλ στο Μεξικό, με στόχο την απαγωγή και δολοφονία δεκάδων αριστερών φοιτητών που διαμαρτύρονταν για την εκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης…

Σεπτέμβριος  2015

“ο πόνος τους είναι πόνος μας – η οργή τους είναι οργή μας”

Συντρόφισσες & σύντροφοι της έκτης διακήρυξης στο Μεξικό και στον κόσμο :

Αδελφές και αδελφοί των ανθρώπων της Γης:

Η συλλογική μας καρδιά γνωρίζει, πριν και τώρα, ότι η θλίψη μας δεν είναι ένας στείρος θρήνος.

Ξέρει ότι η οργή μας δεν είναι μια ανώφελη εκτόνωση.

Ξέρουμε ποιοι και τι είμαστε, ξέρουμε ότι οι λύπες και η οργή μας γεννιούνται και τρέφονται από τα ψέματα και τις αδικίες.

Είμαστε αυτό που είμαστε, γιατί αυτός που είναι πάνω, σε βάρος όσων από εμάς είμαστε κάτω, λέει ψέματα για να κάνει πολιτική και να στολίζει το θάνατο, την απαγωγή, τη φυλάκιση, την δίωξη και τη δολοφονία, με το σκάνδαλο της διαφθοράς του.

Αυτός που είναι πάνω είναι ένας εγκληματίας με ασυλία και χωρίς ντροπή, το χρώμα της πολιτικής του, δεν έχει σημασία. Δεν έχει σημασία, αν προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από την αλλαγή ενός ονόματος και ενός πανό.

Είναι πάντα το ίδιο πρόσωπο, η ίδια αλαζονεία, η ίδια φιλοδοξία και η ίδια βλακεία.

Σα να θέλουν με την εξαφάνιση και τη δολοφονία, να εξαφανίσουν και να δολοφονήσουν και τη μνήμη.

Από τους πάνω και από εκείνους που εμμένουν στις διαστροφές και τη μιζέρια τους, θα λάβουμε μόνο το ψέμα ως μισθό και την αδικία ως πληρωμή.

Η αδικία και το ψέμα φτάνουν στην ώρα τους κάθε μέρα, όλες τις ώρες, παντού.

Η εκδίωξη από την εργασία μας, τη ζωή μας, τη γη μας και τον φυσικό κόσμο δεν τους ικανοποιεί.

Μας κλέβουν επίσης αυτούς που είναι γιοι, κόρες, αδελφές, αδελφοί, πατέρες, μητέρες, συγγενείς, σύντροφοι-ισσες και φίλοι μας.

Αυτός που είναι πάνω, μας διώκει, μας βάζει φυλακή, μας απαγάγει, μας εξαφανίζει και μας δολοφονεί.

Δεν αποτελειώνουν μόνο σώματα και ζωές.

Καταστρέφουν επίσης και ιστορίες.

Στην κορυφή της λήθης αυτός που είναι πάνω, χτίζει την ατιμωρησία του.

Λήθη είναι ο δικαστής που όχι μόνο τον απαλλάσσει, αλλά και τον ανταμείβει επίσης.

Γι’αυτούς και άλλους λόγους, η λύπη και η οργή μας αναζητά την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.

Αργά ή γρήγορα θα καταλάβουμε, ότι αυτά δεν μπορούμε να τα βρούμε πουθενά, ότι δεν υπάρχει κανένα βιβλίο ή ομιλία, ούτε κανένα δικαστικό σύστημα, όργανο, υπόσχεση, ώρα ή τόπος που να τα δίνει.

Μαθαίνουμε ότι πρέπει να τα χτίσουμε.

Σαν ο κόσμος να μην ήταν ήδη σοφός, σαν ένα κενό να τραυμάτισε τη μήτρα της Γης, κομματιάζοντας την καρδιά του χρώματος εκείνων που ζουν στη Γη.

Με αυτόν τον τρόπο μαθαίνουμε, ότι χωρίς αλήθεια και χωρίς δικαιοσύνη, δεν υπάρχει συνετή ημέρα ή νύχτα. Το ημερολόγιο δεν παίρνει καμία μέρα ρεπό, η γεωγραφία δεν αναπαύεται.

Σε πολλές γλώσσες, ιδιώματα, σύμβολα, αναφέρουμε εκείνους που λείπουν.

Και κάθε θλίψη και κάθε οργή παίρνει ένα όνομα, ένα πρόσωπο, μια ιστορία, ένα κενό που πονάει και ντροπιάζει.

Ο κόσμος και η ιστορία του είναι γεμάτος με απουσίες.

Και οι απουσίες γίνονται ένα μουρμουρητό, μια ισχυρή λέξη, ένα κλάμα ή μια κραυγή.

Δεν ουρλιάζουμε για μεταμέλεια. Δεν κλαίμε για οίκτο. Δεν παραπονιόμαστε για παραίτηση.

Αυτά τα κάνουμε, έτσι ώστε εκείνοι που λείπουν, να μπορέσουν να βρουν το δρόμο τους πίσω.

Ώστε να ξέρουν ότι είναι εδώ, ακόμη κι αν λείπουν.

Ώστε να μην ξεχάσουν, ότι εμείς δεν ξεχνάμε, πάντα θυμόμαστε.

Για την θλίψη, την οργή, την αλήθεια, τη δικαιοσύνη.

Για την Ayotzinapa και για όλες τις Ayotzinapas, που τραυματίζουν τα ημερολόγια και τις γεωγραφίες αυτών που ανήκουν στους κάτω.

Γι’αυτό το λόγο η αντίσταση.

Γι “αυτό η εξέγερση.

Επειδή θα έρθει η στιγμή, που αυτοί που μας χρωστάνε τα πάντα, θα πληρώσουν.

Αυτός που διώκει θα πληρώσει, αυτός που φυλακίζει θα πληρώσει, αυτός που χτυπάει και βασανίζει θα πληρώσει. Αυτός που επέβαλε την απελπισία των εξαναγκαστικών εξαφανίσεων, θα πληρώσει. Αυτός που δολοφονεί, θα πληρώσει.

Επειδή το σύστημα που δημιούργησε, έθρεψε, προστάτεψε και με το οποίο κάλυψε εγκλήματα, ντυμένος σαν την κακή κυβέρνηση, θα καταστραφεί. Δεν θα καλλοπιστεί, δεν θα μεταρρυθμιστεί, δεν θα εκσυγχρονιστεί. Θα κατεδαφιστεί, θα καταστραφεί, θα τελειώσει, θα θαφτεί.

Γι “αυτό αυτή τη στιγμή το μήνυμά μας δεν ένα από κείνα, που στοχεύουν στην παρηγοριά όσων υποφέρουν εξαιτίας ενός ή πολλών απουσιών.

Το μήνυμά μας είναι για την οργή, για την ανδρεία.

Επειδή γνωρίζουμε την ίδια θλίψη.

Επειδή έχουμε στα σωθικά μας την ίδια οργή.

Επειδή, όντας διαφορετικοί, έτσι γινόμαστε ίδιοι.

Γι “αυτό και η αντίστασή μας, γι” αυτό η εξέγερση μας.

Για την θλίψη και την οργή.

Για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.

Γι’αυτό:

Μην διστάζετε. Μην ξεπουλιέστε. Μην παραδίδεστε.

Γι’αυτό:

Αλήθεια και τη δικαιοσύνη!

Από τα βουνά του νοτιοανατολικού Μεξικό,

Εξεγερμένος Moisés. Εξεγερμένος Γκαλεάνο.

Σε μια γωνιά του πλανήτη που ονομάζεται «Γη», Σεπτέμβρης 2015.

Την ημέρα αυτή, στις 26 Σεπτεμβρίου, χιλιάδες Ζαπατίστας, αγόρια, κορίτσια, νέοι,  γυναίκες, άνδρες, άλλοι (otras)*, γέροντες, ζωντανοί και νεκροί, θα παρελάσουν στο έδαφός μας, για να αγκαλιάσουν όλα τα πρόσωπα που κουβαλούν θλίψη και οργή λόγω των φυλακίσεων, των εξαφανίσεων και του θανάτου, που επιβλήθηκαν από αυτούς που ανήκουν στους πάνω.

Θα τους αγκαλιάσουμε, γιατί έτσι θα αγκαλιάσουμε τους εαυτούς μας, τους Ζαπατίστας.

Και μ’αυτόν τον τρόπο καλούμε όλους τους τίμιους και λογικούς ανθρώπους του πλανήτη, να κάνουν το ίδιο, στα δικά τους χρονοδιαγράμματα και τις γεωγραφικές περιοχές τους, ανάλογα με το χρόνο και τον τρόπο που οργανώνουν τα πράγματά τους.

Γιατί καθώς προσπαθούν να υποκαταστήσουν με ψέματα και χλευασμούς, την έλλειψη της αλήθειας και της δικαιοσύνης, η ανθρωπότητα θα συνεχίζει να είναι ένα αποκρουστικό χαιρέκακο χαμόγελο πάνω στο πρόσωπο της Γης.

  *το αρχικό κείμενο στα ισπανικά χρησιμοποιεί τη λέξη οtroas, που σημαίνει, άλλοι , για να δώσει μια σειρά πιθανών έμφυλων αντωνυμιών, συμπεριλαμβανομένων, αντρών, γυναικών, τρανσέξουαλ και άλλων

"Δεν είναι μόνο δικός τους θυμός, είναι δικός μας"

“Δεν είναι μόνο δικής τους οργή, είναι και δική μας”

(πηγή: OmniaTV / Eurozapatista )

(μετάφραση, επιμέλεια : Σύλβια Βαρνάβα)


Γιατί δεν ψηφίζουν οι αναρχικοί – του Ελιζέ Ρεκλύ

Το κείμενο του Ελιζέ Ρεκλύ δημοσιεύτηκε στο περιοδικό MOTHER EARTH

O,ΤΙΔΗΠΟΤΕ μπορεί να ειπωθεί σχετικά με το δικαίωμα ψήφου μπορεί να συνοψιστεί σε μια φράση.

Να ψηφίζεις σημαίνει να παραιτείσαι απ’ τη δύναμή σου.

Να εκλέγεις έναν ή πολλούς αφέντες, για μεγάλο ή μικρό χρονικό διάστημα, σημαίνει ν’ αποποιείται κανείς την ελευθερία του.

Πείτε τον απόλυτο μονάρχη, συνταγματικό βασιλιά, ή απλό βουλευτή, ο υποψήφιος που ανεβάζετε στο θρόνο, στο έδρανο, ή την πολυθρόνα, θα είναι πάντοτε ο αφέντης σας. Πρόκειται για πρόσωπα που βάζετε «πάνω» απ’ το νόμο, απ’ τη στιγμή που έχουν τη δύναμη να φτιάχνουν τους νόμους, και επειδή είναι αποστολή τους να βλέπουν ότι υπακούντε.

Το να ψηφίζεις είναι αρμοδιότητα των ηλιθίων.

Είναι τόσο ανόητο όσο το να πιστεύεις πως άνθρωποι, απ’ την ίδια πάστα με μας, θα αποκτήσουν εν ριπή οφθαλμού, με το χτύπημα μιας καμπάνας, τη γνώση και την αντίληψη των πάντων. Φυσικά και είναι έτσι. Το εκλεγμένο σας πρόσωπο θα πρέπει να νομοθετεί πάνω σε κάθε θέμα υπό το φως του φεγγαριού· πώς ένα κουτί σπίρτα έπρεπε ή δεν έπρεπε να γίνει, ή πώς να κάνουν πόλεμο· πώς να βελτιωθεί η γεωργία, ή πώς να σκοτώσουν μια φυλή Αράβων ή λίγους Νέγρους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Πιθανώς να πιστεύετε πως η ευφυΐα τους θα αυξηθεί ανάλογα με την ποικιλία των θεμάτων στα οποία θα επικεντρωθούν· αλλά η ιστορία και η εμπειρία διδάσκει το αντίθετο.

Η κατοχή της εξουσίας έχει μια εξωφρενική επίδραση· τα κοινοβούλια έχουν προκαλέσει πάντοτε δυστυχία.

Στις κυβερνητικές συνεδριάσεις, μ’ ένα μοιραίο τρόπο, η βούληση που επικρατεί είναι εκείνη που είναι κάτω του μέσου όρου, τόσο ηθικά όσο και διανοητικά.

Να ψηφίζετε σημαίνει να προετοιμάζετε μια αισχρή προδοσία και προδότες.

Οι εκλέκτορες πιστεύουν σίγουρα στην εντιμότητα των υποψηφίων, κι αυτό είναι ως ένα βαθμό υπαρκτό ενώ η ζέση και η θέρμη του διαγωνισμού παραμένει.

Αλλά κάθε μέρα έχει κι ένα αύριο. Απ’ τη στιγμή που οι συνθήκες μεταβάλλονται, ομοίως και οι άνθρωποι αλλάζουν. Σήμερα ο υποψήφιός σας υποκλίνεται ταπεινά ενώπιόν σας· αύριο θα πει «φτου» σε σας. Από έναν επαίτη ψήφων έχει μετατραπεί σε αφέντη σας.

Πώς μπορεί ένας εργάτης, που τοποθετήθηκε από σας στην κυβερνώσα τάξη, να είναι ίδιος όπως πριν, από τη στιγμή που τώρα μπορεί να μιλάει στο πλαίσιο της ισότητας με τους άλλους καταπιεστές; Δείτε τη δουλοπρέπεια του καθενός απ’ αυτούς, γραμμένη σ’ όλο τους το πρόσωπο, ύστερα απ’ την επίσκεψη σ’ έναν «υπουργό βιομηχανίας», ή όταν ο Βασιλιάς τον προσκαλεί στον προθάλαμο της αυλής του !

Η ατμόσφαιρα του «Οίκου» δεν είναι για βαθειές ανάσες· είναι βρόμικη. Εάν στείλετε έναν από σας σε ένα άσχημο μέρος, δεν θα πρέπει να εκπλαγείτε ύστερα εάν έρθει πίσω σε σάπια κατάσταση.

Ως εκ τούτου, μη συμμετέχετε οικειοθελώς.

Μην ψηφίζετε!

Αντί να εμπιστεύεστε την υπεράσπιση των συμφερόντων σας σε Άλλους, δείτε το πράγμα από μόνοι σας. Αντί να προσπαθείτε να επιλέξετε συμβούλους που θα σας καθοδηγούνε σε μελλοντικές πράξεις, κάντε το αυτό από μόνοι σας, και κάντε το τώρα! Άνθρωποι καλής θελήσεως δεν θα έπρεπε να κοιτάνε μάταια επί μακρόν για την ευκαιρία.

Το να φορτώνουμε στους ώμους των άλλων την ευθύνη των πράξεων κάποιου είναι δειλία.

Μην ψηφίζετε!

Μετάφραση: Αιχμή


Atenistas – TEDx: Όταν η ανθρώπινη βλακεία συναντά την νεοφιλελεύθερη επέλαση

TEDxAmsterdam_Stadsschouwburg

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο valuewhatworths και στο φύλλο #25 της εφημερίδας δρόμου Απατρις.

Tον τελευταίο καιρό βλέπουμε συνεχώς νέες μορφές εθελοντισμού να εμφανίζονται και νέα προσχήματα να αναδύονται για την θεμελίωση τους. Το κράτος αφού έχει ισομοιράσει την ευθύνη τις οικονομικής κρίσης, άρχισε να θέτει και νέους όρους για την υπέρβαση αυτής της κρίσης. Η νέα νοοτροπία που αναπτύσσεται μετά την αφομοίωση και την εσωτερίκευση αυτής της ευθύνης από τα παντός είδους φιλήσυχα και ειρηνοποιά κοινωνικά υποκείμενα είναι η προσπάθεια διαχείρισης αυτής της κρίσης και η υποκατάσταση του κράτους εκεί που ηθελημένα απουσιάζει. Αυτή είναι η μια όψη του νομίσματος που ορίζει την επαναστατικότητα σαν εργαλείο διαχείρισης της κρίσης και ως το χρύσωμα του χαπιού στην αρρώστια του συστήματος και όχι σαν μια πρακτική για  την ανατροπή του. Αυτή είναι όμως η μια όψη του νομίσματος.

Εθελοντισμός και ανθρώπινη βλακεία

Η άλλη όψη του νομίσματος που πραγματώνεται πάνω στην ηλιθιότητα και λειτουργεί περισσότερο σαν μια μορφή ψυχοθεραπείας είναι η κατευθυνόμενη αποβλάκωσηΑυτή δεν καλείται να διαχειριστεί την υπάρχουσα κρίση αλλά καλείται να αποβλακώσει και τον τελευταίο ζωντανό περιτυλίγοντάς τον με σερπαντίνες, χρώματα και μπουκάλια αναψυκτικών για την διάσωση της φώκιας στη Χονολουλού. Παραδείγματα ταξικά ασυνείδητων υποκειμένων με ψυχοτραυματικούς συνδέσμους ηλιθιότητας όπως οι ατενίστας και οι ΜΚΟ ή οι φοιτητικοί οργανισμοί που μαζεύουν τις τσίχλες από τα παγκάκια περισσεύουν.

Οι λοβοτομημένοι είναι αρκετοί μόνο που δεν υπάρχουν περιθώρια για χαζοχαρούμενα παιδάκια που δεν ξέρουν που να ξοδέψουν το παραπάνω χαρτζιλίκι που τους έδωσε ο μπαμπάς. Δεν υπάρχουν περιθώρια για άλλους ψυχασθενικούς που επειδή είχε τελειώσει το τσάι από φύκι Νεκράς Θάλασσας ή η ζεστή σοκολάτα με τριμμένη ταραμοσαλάτα αποφάσισαν να βγούν στο δρόμο και να βαφτίζουν το μάζεμα τσίχλας από παγκάκια σε προσπάθεια ενασχόλησης με τα κοινά. Και για να τελειώνουμε.

Το να ξύνεις τσίχλες από τα πεζοδρόμια ή να καθαρίζεις τοίχους από τις αφίσες τη στιγμή που στο διπλανό στενό πεθαίνει κόσμος και δε λες κουβέντα γι’ αυτό δεν είναι ακτιβισμός. Είναι κοινωνική αφασία. Και σε κάνει να φαίνεσαι απάνθρωπος. Και κτήνος. Τα τετ-α-τετ με τον Καμίνη ο οποίος λέει δημόσια ότι οι ατενίστας είναι η αγαπημένη του ομάδα πολιτών  δεν είναι ακτιβισμός, είναι ψυχιατρική νόσος. Το να ντύνεις με πουλόβερ τα δέντρα στην πλατεία Κλαυθμώνος, εκεί που ο Καμίνης τα Χριστούγεννα του 2011 είχε ξηλώσει τα παγκάκια για να μην κοιμούνται εκεί οι άστεγοι, ενώ το 2012 βρέθηκαν σε κάδους σκουπιδιών δίπλα στο Δημαρχείο πεταμένες κουβέρτες, ρούχα και παιχνίδια που είχαν συγκεντρωθεί για άπορα παιδιά με τον Καμίνη να δηλώνει ότι τα πέταξαν γιατί ήταν τόσα πολλά που δε χωρούσαν στις αποθήκες του δήμου, δεν είναι ακτιβισμός.

Είναι το σύνδρομο της Στοκχόλμης. Και καθώς αλλάζουν οι λέξεις αλλάζουν και οι έννοιες, αλλάζει και η κοινωνική αφομοίωση των εννοιών. Οι ατενίστας λοιπόν βαφτίζονται ακτιβιστές όπως οι Χρυσαυγίτες βαφτίζονται αγανακτισμένοι πολίτες, όπως η αλλοτρίωση του κέντρου και το rethinkAthens βαφτίζονται εξευγενισμός, όπως οι κοινωνικοί αγωνιστές βαφτίζονται τρομοκράτες, όπως ο Θεοφίλου βαφτίζεται ένοχος, όπως τα σχέδια για την Λαμπεντούζα βαφτίζονται σχέδια διάσωσης.

palia_voyli_3

Νεοφιλελεύθερη επέλαση και Εθελοντισμός – Βλέπε TEDx

Ας περάσουμε όμως τώρα στον άρδην νεοφιλελεύθερο εθελοντισμό και την διαστρεβλωμένη έννοια του εθελοντισμού που προωθούν τα απανταχού αφεντικά για να εκμεταλλευθούν ημιμαθή παιδάκια που ψάχνουν μια κοινωνική διέξοδο. Mια καλυμμένη μορφή στυγνής εκμετάλλευσης που προωθείται με το με το επιχείρημα της απόκτησης εμπειρίας και προϋπηρεσίας είτε σε μεγάλες εταιρείες, είτε σε δικηγορικά γραφεία ή ακόμη -και ως επί το πλείστον- σε Μ.Κ.Ο, η εργοδοτική πλευρά επιλέγει να απασχολεί ένα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού της αμισθί με κάποιες ίσως στοιχειώδεις παροχές, περνώντας μάλιστα αυτή την τακτική ως αυτονόητη και απαραίτητη.

Μπορούμε να εστιάσουμε στο φαινόμενο TEDx,το οποίο είναι το παράδειγμα που καθρεφτίζει ιδεολογικά όλες τις παραπάνω τακτικές αποπροσανατολισμού απο την καθημερινόητα βαφτίζοντας μιζέρια όσους αντιτάσσονται στην νεοφιλελεύθερη επέλαση. Οι διοργανωτές του ΤΕDxπροσπαθούν να μας πείσουν ότι μια αχτίδα αισιοδοξίας έχει αρχίσει να ξεπροβάλλει. Πρόκειται για μια ιδέα του αρχιτέκτονα Ρίτσαρντ Σαούλ Γούρμαν, ο οποίος στα μέσα της δεκαετίας του ’80 ξεκίνησε την οργάνωση συνεδρίων με θέμα «Ιδέες που αξίζει να διαδοθούν». Το 2001, ο εκδότης Κρις Άντερσον αγόρασε τα δικαιώματα της διοργάνωσης και μετέτρεψε τις μέχρι τότε σκόρπιες συναντήσεις στη σφιχτή λειτουργία μιας Μη Κερδοσκοπικής Οργάνωσης. Η Κοινωνία των Πολιτών, έρχεται για ακόμα μια φορά, ως Μεσσίας, να μας γλιτώσει από το τέλμα των παραδοσιακών δομών.

Η περιγραφή του ιδανικού ομιλητή αυτού του αφήνει λίγες αμφιβολίες για τον προσανατολισμό αυτού του event και η θεοποίηση της επιχειρηματικότητας και του ιδιωτικού τομέα σαν τους μοναδικούς τομείς προόδου και ευημερίας (ανεξάρτητα από τις κοινωνικές και τις περιβαλλοντολογικές συνέπειες) μας προϊδεάζουν για το ποιόν των ομιλητών. Τις υποψίες μας έρχεται να επιβεβαιώσει και ο αμερικανός Νικ Χανάουερ, ο οποίος το 2012, κατήγγειλε ότι λογοκρίθηκε και η ομιλία του δεν ανέβηκε ποτέ στον ιστότοπο της διοργάνωσης, γιατί αναφερόταν στην οικονομική ανισότητα των ΗΠΑ και τις καταστροφικές συνέπειες που είχαν οι φοροαπαλλαγές του μεγάλου κεφαλαίου στο σύνολο της οικονομίας.

Ένα άλλο παράδειγμα ομιλητή που μας υποδεικνύει τον ρόλο που ήρθε να διαδραματίσει το TEDxείναι αυτό του Ματθαίου Γιωσαφάτ, ο οποίος είναι κατά πολλούς ο επιφανέστερος εκ των ψυχαναλυτών στην Ψωροκώσταινα. Η επιλογή του Γιωσαφάτ δεν ήταν τυχαία καθώς μαθαίνουμε από το βιβλίο του «Μεγαλώνοντας μέσα στην ελληνική οικογένεια», πως οι μπαχαλάκηδες (sic) είναι ψυχικώς διαταραγμένα παιδιά των Βορείων Προαστίων που οι μαμάδες τους δεν τα θήλασαν και δεν τα αγάπησαν όσο έπρεπε στα πρώτα χρόνια της ζωής τους, με αποτέλεσμα να εκθρέψουν ένα μίσος για την κοινωνία, το οποίο και εξωτερικεύουν με το να σπάνε τράπεζες και… γήπεδα.

Η ομιλία του είχε ως κεντρικό νόημα την Παγκάλια ρήση «Μαζί τα φάγαμε». Ο στοχαστής Γιωσαφάτ μίλησε για μια κοινωνία σε διάλυση, χωρίς να αναφέρεται στις οικονομικές προεκτάσεις του όλου προβλήματος. Περιγράφει μια κατάσταση ανομίας (όχι φυσικά από την πλευρά του κράτους και της εξουσίας), όπου οι βασικές παθογένειες της κοινωνίας αφορούν τονυπερκαταναλωτισμό και την απουσία ομαδικού πνεύματος. Αυτή τη δεύτερη έρχεται να διορθώσει το TEDx, που μπορεί να μας βοηθήσει να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι.

Αξίζει τώρα να αναφέρουμε ότι το αντίτιμο της εισόδου στoΤEDxAcademyανέρχεται στα 50 ευρώ ενώ το αντίτιμο της εισόδου σε ένα TEDxeventανέρχεται στα 65 ευρώ. Στα πλαίσια της διοργάνωσης αυτής θεσπίστηκε και ένα νέο εισιτήριο, του δωρητή-χορηγού, στην τιμή των 200 €, ενώ υπάρχουν διάφορα «επίπεδα» συνδρομής που κυμαίνονται από 3.750$ για την απλή συμμετοχή έως και 125.000$, ποσό που σας χρήζει «ευεργέτη». Τέλος, αν δεν θέλετε να περιμένετε με τον λαουτζίκο μέχρι να ανέβουν κάποια από τα πολυπόθητα βίντεο με ομιλίες στο You Tube, μπορείτε να παρακολουθήσετε ζωντανά ένα συνέδριο, για το συμβολικό ποσό των 600$, ενώ τα δύο κοστίζουν 1.000$.

Όσον αφορά τους εθελοντές που τρέχουν από πίσω όλη την διοργάνωση, πάντα με το προκάλυμμα της ανιδιοτελούς προσφοράς, της υποτιθέμενης κοινωνικής αλληλεγγύης, αυτοί αναδεικνύονται, όπως πάντα τελικά, σε προνομιακά «θύματα» εργασιακής εκμετάλλευσης. Η εύλογη απορία που δημιουργείται, εφόσον πρόκειται για μη κερδοσκοπικό οργανισμό, ο οποίος δεν πληρώνει τους ομιλητές, δουλεύει ως επί το πλείστον με εθελοντές, υποστηρίζεται από ένα ιδιαίτερα εκτενές δίκτυο χορηγών (εταιρίες κινητής τηλεφωνίας, πολυεθνικές, αλυσίδες καταστημάτων σίτισης, εφημερίδες, ξενοδοχεία, τράπεζες, αυτοκινητοβιομηχανίες ακόμα και πρεσβείες), είναι το πού διοχετεύονται τα χρήματα που προκύπτουν από όλα αυτά τα είδη συνδρομών;

Το TEDx πάντως δεν μένει μόνο εκεί. Η πρωτοβουλία Human Grid που προωθεί, αφορά τη χαρτογράφηση των εθελοντικών οργανώσεων και των συλλογικών πρωτοβουλιών, προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι πολίτες να ξέρουν που μπορούν να απευθυνθούν για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Φυσικά, οι περισσότερες από τις θέσεις όπου κάποιος μπορεί να προσφέρει αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες του, δεν αφορά την πραγματική προσφορά σε αναξιοπαθούντες συνανθρώπους μας ή στη διάσωση του περιβάλλοντος αλλά στην εξοικονόμηση πόρων των ίδιων των ΜΚΟ (γραμματειακή υποστήριξη, τηλεφωνικά κέντρα, στελέχωση γραφείων κλπ).

humangrid

Και αν η απλή καταγραφή των εθελοντικών οργανώσεων σε ένα διαδικτυακό χάρτη, φαίνεται σχετικά αθώα, δεν συμβαίνει το ίδιο με το workshop εκπαίδευσης ΜΚΟ για την αξιοποίηση των εθελοντών τους, που διοργάνωσε το Volunteer4Greece, μια διαδικτυακή πλατφόρμα αναζήτησης εθελοντικής εργασίας. Είναι πασιφανές πως το TED περνά στην επόμενη πίστα: από την απλή προώθηση της ιδέας του εθελοντισμού, στη δημιουργία της αντίστοιχης φάμπρικας.

Γιατί στην Ελλάδα των 1.345.387 (καταγεγραμμένων) ανέργων, είναι μιζέρια, σπατάλη δημιουργικών δυνάμεων, ακόμα και ένδειξη αντικοινωνικής συμπεριφοράς των πολιτών να διεκδικούν θέσεις εργασίας, αξιοπρεπή αμοιβή και όρους εργασίας, συλλογικές συμβάσεις εργασίας αλλά δεν είναι επουδενί ντροπή και πλήρης υποταγή στα συμφέροντα των κάθε είδους αφεντικών, η διαφήμιση της δωρεάν εργασίας και τα προγράμματα εκπαίδευσης των πολύ συχνά κρατικοδίαιτων και κατά τα άλλα Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων για την εύρεση και την αξιοποίηση δωρεάν ανθρώπινου δυναμικού. Όχι. Αυτό είναι φρέσκο, χαρούμενο, ακομπλεξάριστο, τρέντι.

ValueValuer

Υ.Γ. Οι πληροφορίες για το TEDx πάρθηκαν απ’ το freequencyradio.wordpress.com και αξίζει να ανατρέξετε εκεί για περισσότερες πληροφορίες.

 

Πηγή άρθρου: ΑΠΑΤΡΙΣ / EAgainst


Θυσία – Αντρέι Ταρκόφσκι

σπαράγματα από ένα κείμενο που (μπορεί και να) γράφτηκε

“…γιατί το σπίτι-δώρο είναι μικρό και ταπεινό και υψωθησεται”

Το δεντράκι ανθοβολεί, για όσους θέλουν να το δουν να ανθοβολεί…

Γιατί, μπαμπα;

Γιατί, στη Θυσία, το γυμνό κορίτσι κυνηγά τις πάπιες,
περπατώντας μέσ’ απ’ τους διαδρόμους,
ακριβώς όπως περνά μια σκέψη απ’ το μυαλό μας.

Γιατί κανένας ποιητής του λόγου δεν συνέλαβε ποτέ το Φευγαλέο.

Γιατί ο κόσμος δεν τελειώνει ούτε μ’ ένα βρόντο, ούτε με ένα λυγμό,
αλλά με μια κανάτα γάλα που συντρίβεται στο πάτωμα.

Γιατί η Θυσία είναι μια ταινία Ζεν.

Γιατί ο βυζαντινός Ταρκόφσκι, φεύγοντας δυτικά, προς τον θάνατο,
ανακαλύπτει την Ανατολή – σαν τους παλιούς θαλασσοπόρους.

Γιατί το έργο του Λεονάρντο έμεινε ημιτελές,
ενώ ο Ταρκόφσκι, λίγο πριν πεθάνει, προχωρά στην ύστατη Βλασθημία του,
ως τα έσχατα: το Θαύμα.

Γιατί το αγοράκι επανεμφανίζεται στο τέλος της ταινίας
(ή μάλλον στην αρχή της ταινίας που έχει κάνει τον κύκλο της),
όπως ο Ναζωραίος στα τριάντα του, έλλογος και θαυματοφόρος.

Γιατί στη Θυσία, η ιστορία της ανταλλαγής είναι αβάσταχτη:
ο Αλέξανδρος ανταλλάσσει την Πίστη του με τη Λογική του.

Και τέλος (ή εν αρχή), γιατί το σπίτι-δώρο είναι μικρό και ταπεινό και υψωθησεται:
όπως το αγοράκι, το δέντρο, ο καπνός…

Με τρομάζει ο Αντρέι Ταρκόφσκι.